“μινόρε χρυσάνθεμα”
“εδώ τα καλά νερά
κι εκεί οι βωμοί
οφθαλμοί που ανθρωποστάλαζαν”
χιτώνας φθινοπώρου εν πλω
από τις επιθέσεις του καιρού δε γλίτωσα
και τα γαλάζια μου υψώματα
κι η άμμος αντιστάσεις μου
ακτές μου πίσω
κι όταν περνάει το καράβι σου
ανοιχτά από το γέλιο των τρελών
φωνάζοντας τσάκισμα ναυαγός αλιεύομαι
τμήμα απ΄ το τιρκουάζ σκουλαρίκι σου μάγισσα
όλος προς πάθος ανάγκης εξαρτώμενος
λυγούν τα γόνατα των φράσεων
με ρίχνουν κάτω φορτίο
στην πιο ακμή του
κι ένα χερούλι να πιαστώ άρση δεν έχω
εσένα που μαδώντας διάθεση
υλοποιείσαι αγέρας εποχής
από παντού καταφτάνεις πνέοντας
μινόρε χρυσάνθεμα
"Συνοχές & Συνάφειες"
*
