warte auf

Περίμενε
να οπλιστώ με ένα σκληρό αίμα
είν` ανάντεχα τα βράδια
που ξαγρυπνούν οι μέλισσες
περίμενε να οπλιστώ
σε ώριμη ώρα
συγκρούουν τα γένια τους τα στάχυα
και ξεκουφαίνουν τα μυρμήγκια
όπως η θητεία στο άβολο διδάσκει
μπαξέδες και ερήμους
και σφυρίγματα
τόσα κι ούτε ένα τρένο
μόνο βάδην διόδια
και η περιουσία της αυγής ανατρεπόμενο φορτίο
κι ο χρόνος αρπαγής
στου καβουριού το παραμόνεμα
φυσαλίδα αφρού και μάτι

ποιο βλέφαρο αναβλύζει
βουΐζει ποιο αυτί
ίσως πρωί πρωί από `να έτοιμο
να κλείσω δρομολόγιο υπερατλαντική φλέβα
μα είναι θολή ακόμα η πυξίδα μου
δε ρίχνω βάρκα