Ήρθε
και με άγγιξε χαράματα

δίχως μάτια την είδα
να σκύβει κι η ανάσα της μύριζε
ανυπόμονο αρωματικό καιρό

μόνοι στον κόσμο κάτσαμε
κι ήπιαμε το κρασί μας
μ` έναν ανάλαφρο εαυτό
φορτωμένο γλυκές ματιές
και χίλια χέρια

Λοξοκοιτάζουν κι οι Θεοί
για ένα τραπέζι στη γιορτή
στριμώχνονται στην Πύλη

μα δεν προφήτεψαν σωστά
είχαμε κιόλας φύγει
αγκαλιασμένοι με μια φοινικιά
και τους δικούς μας κεραυνούς
στην ξαστεριά μελλούμενων αιώνων