του χειμώνα τα παράθυρα

«Γλιστράει μέσα μας καμιά φορά
λόγος ο άφατος
ανήσυχο νερό σύννεφο δίχως
και πνίγεσαι στο αμίλητο»

Και συ ξετύλιγες
το χάρτη του εφικτού στα γόνατά σου
σκύβοντας στις διπλωμένες χαρακιές
κοίτες ρωτώντας
περνούσες μέσα απ` τη γηραιά υπομονή
κι όλο χαμογελούσες
στης αράχνης την έκπληξη

Πόσες βροχές περάσαν από τότε
πόσες στροφές
Δέντρο κινάς
σηκώνοντας στα πλάγια σου τις ρίζες
ταξίδι αλλόκοτο σε χέρια απόντα
Κι ύστερα ξέρεις
πιο ενωρίς κι από το αύριο
με το ληγμένο εισιτήριο
θα φέρνουν του χειμώνα τα παράθυρα
εδώ βαριά απογεύματα
που ως την άκρη της σκιάς τους ξαπλώνουν
όλα του κόσμου τα νεκρά πουλιά
τόση σκοτεινήν οδύνη
να γράφει και να λέει
μες απ΄ τις φλέβες τις κραυγές

μόνοι χαράζουμε τις όχθες των καιρών
τα ύψη μόνοι