θέα του πάνω χεριού





Χειμώνας μα όλα
βατά τα μέρη του λόγου
στα μάτια σου
η άλυγμη κίνηση
το άσηπτο ναι
και χέρια του βάζου γλυκά

ποτέ δε σ` αφήσαμε
στ` ανοιχτά παραπλέοντα σκάφη
και στ` αβαθή πλοιάρια ευκίνητα
με φωτάκια σινιάλα και μούσκεμα δίχτυα
της καλυμμένης αγωνίας χαμόγελα

τώρα πια μπορείς να `ρθεις
μην ξεχάσεις
τώρα που δε φυσάει έγνοια στα όνειρά μας

να μας ξυπνήσεις ηχηρά
σπάζοντας την πόρτα μ` ένα γεια είμ` εδώ
ρίχτε ξύλα στη φωτιά της ζωής
να τριζοβολάει η ελπίδα
καινούργια παραμύθια κι άπαρτα κάστρα


θέα του πάνω χεριού
δίπλα και πάνω στα νικημένα σίδερα
οι άγγελοι
με τις αστραπές των γέλιων
σε ομήγυρη κουβεντιάζουνε μέλλον
κι οι ώριμες μέρες
μυρίζουν κομμένο κυδώνι


"φεγγάρι φως
πέτρα ψυχρή
το ξέρω"

 
"...και να `μαστε πάλι 
διηνεκείς εραστές
τα ουδέν στο μονιμότερο του προσωρινού
κάποτε το παρελθόν
κάποτε το μέλλον
πάντοτε η αμφίδρομη λέξη





δεν είχα χτίσει τη γωνία
που θα με στρίψει εγκαίρως από την οπτική του αποχωρισμού
ακάλυπτος μόνος και μετά τη χειραψία
απομακρυνόμουν κλάμα ταχύ
αν δεν καταλάβει, έλεγα, αν δε μεταλάβει...


αιώνες
πήρα από ένα μετά την απάντηση
δεν έφυγα ώσπου χάθηκες ... είπες
με τη φωτιά όπως εξαντλημένο 
μαγνητικού πεδίου


"πλάτη φεύγει η αγάπη
με σηκωμένο το γιακά 
και τα Άγια  των Ερειπίων ανά χείρας... "


τώρα
επερχόμενος από άλλες διόδους καταφτάνω
άσπονδος δαμαστής των ευλυγισιών
πάνω στο σύρμα των συναισθημάτων
τρώω πίνω τα ακροβατικά
γλείφω στα δάχτυλά μου τις βροχές
αλητείας σφυρίγματα περιφέρομαι 

λωτός της γύμνιας
στις ράχες άλλων Καρουσέλ
κύκλος κύκλου και καύσιμος γύρος του αθανάτου
τώρα εγώ
ο λάτρης της στερεότητας των ματαίων
στου νου τη φυγόκεντρο εγκαταλείπομαι άγανο
στα πλήκτρα των δοντιών
στα ελαιοτριβεία ξένων σωμάτων

κύκλος κύκλου δίχως μεσάζοντες εργασιών
στην είσοδο των οφθαλμών πληρώνοντας
νόμισμα σκληρό για μια ζάλη 
των δικών σου 
χαμένων αρωμάτων
..."



"τεύχη ευτυχίας" - απόσπασμα

Δεν περισσεύγει



Η εννόηση της λέξης αγάπη
Έχει μιαν περιβολή απλότητας
Αλλά από πού να την ενδυθείς
Γιατί αυτό είναι το αστείο
Αν δεν ξέρεις από λευκούς χιτώνες ιεροτελεστιών
Δε σε λειτουργεί
Οι περισσότεροι θαρρούν
πως είναι έκθεμα προθήκης και τραβούν
Φουσκωμένοι κατευθείαν στο ταμείο
Έλα δω, της λένε, σε χρειάζομαι επειγόντως
Πόσα; Τόσα!
Μα αυτή των χιλίων χεριών
Ήδη μοιρασμένη σε δωρεάν μερίδια
Δεν περισσεύγει, που λέει κι ο Λουδοβίκος, να πουληθεί άλλο
Κι ας ανεβοκατεβαίνει από αγία έως πόρνη τις σύγχρονες τιμές

Ένα μικρό αυτοφωτάκι που
παίζει το σκοτάδι σου στα δάκτυλα

S.X

πέτρινο κλάμα




Άσημο βότσαλο
που ’σκυψες κάποτε στο τίποτά του
κι έκαμε μες στη χούφτα σου
έναν ζεστό περίπατο αισθημάτων

από τότε παρακαλάει το κύμα
να μην το πάρει στα βαθιά
πιο κοντά στο καλοκαίρι σου να ’ναι

Μα αυτό το κρίμα  άγριο πράγμα
σπάει στην αλήθεια
γελάει στο θαύμα
Έχεις ακούσει πέτρινο κλάμα;

”Φοίβη”




Την τελευταία φορά σε έντυσα απόγεµα
Κι όπως φεύγοντας 
βάιζε ένας φόβος τη γη την καρδιά σου 
σε ονοµάτιζα Φοίβη
Μα πού σε έστελνα βλέµµα αλώσιµο
σε ποιον νύκτιο σαράφη
πού κορίτσι των ξένων Αυγούστων
που ο άγγελος
έλειπε απ’ τα παραπέτα των γεφυριών

Ως την άκρη της λήθης ήρθα µε µιαν Κυριακή
Δεν ήσουν
κι επιστρέψαµε δίχως φλούδα κόσµου
στα ανυπότακτα πλήκτρα
 
 Als ich fortging war die Straße steil,
kehr wieder um.
Nimm an ihrem Kummer teil,
mach sie heil.

Als ich fortging war der Asphalt heiß,
kehr wieder um.
Red ihr aus um jeden Preis,
was sie weiß.

Nichts ist unendlich, so sieh das doch ein.
Ich weiß du willst unendlich sein,
schwach und klein.
Feuer brennt nieder, wenns keiner mehr nährt.
Kenn ja selber, was dir heut widerfährt.
 
Als ich fortging war'n die Arme leer,
kehr wieder um.
Mach's ihr leichter einmal mehr,
nicht so schwer.

Als ich fortging kam ein Wind so schwach,
warf mich nicht um.
Unter ihrem Tränendach
war ich schwach.

Nichts ist unendlich, so sieh das doch ein.
Ich weiß du willst unendlich sein
schwach und klein.
Nichts ist von Dauer, was keiner recht will.
Auch die Trauer wird dann sein,
schwach und klein.


“Δυόμισι ησυχίες και μια αναρρίχηση”




Τα πράγματα γύρω
Τα στόματά τους ταΐζω
Τσιγάρο καφέ
Και μέντα τεχνητή
Τον τοίχο μπροστά με το ημερολόγιο
Διάφρακτο δρομολόγιο 
Που δε μπορεί
Να με εμποδίσει διέλευση
Τζάμι
Κι έτυχε απέναντι
Να ψιχαλίζει ένα βάρος εργάτες
Ξυπνάνε χαράματα
Όχι
Δε διαμαρτυρήθηκαν ακόμα
Τ’ άλογα δάχτυλά μου
Ποδοβολητό του νου
Κι άνθρωπος γύρω
Καρέκλα κρεβάτι υπνοβάτης
Που ’χεις φύγει και συ
Επιρρεπής των διώξεων απουσιών
Είχες πυρετό απόψε
Έκαιγες στο τηλέφωνο
Κι όσο σε άκουγα
Είχα κλειδωθεί
Καρδιά του οβάλ ρολογιού
Που με μετρούσε
Δυο και μισή ησυχίες της νύχτας
Κι ο κισσός να ανηφορίζει στο σπίτι

Θα το βγάλω στην κουζίνα

© Socrates Xenos

Δεν έχω



Δεν έχω τίποτα να σας κοινοποιήσω
μόνο που βρέχει πάλι
τρέχει αίμα στις γούρνες του ήλιου
στριγκιά ουρανός χαράματα άνοιξε
μια τρύπα ως το βάθος του λόγου
κι η ζωή μας δαγκώνει άσχημα την ουρά της
Βρέχει πάλι
μες στη μέση του φόβου
ένα παιδί σκούζει το μέλλον
κι η μάνα του με την πιο γάλα φωνή
ανοίγει τον καιρό το γυρίσει πίσω στη μήτρα
βρέχει πάλι
συμβούλια υπογραφές κι άπαρτες αποφάσεις
μπορεί και σαμπάνια δοξαστική
εις υγείαν της γης που τρεκλίζει
βρέχει πάλι
το γυμνό φανελάκι του έτους σχισμένο στα τρία
στα τέσσερα στα κονδύλια
κι η θάλασσα ίδια με το μαύρο φουστάνι

βρέχει πάλι
καλέστε το άδειο μεγάλο καράβι  
που σηκώνει τη νύχτα πανιά
μεσόγεια πορεία
για μιαν Kαρχηδόνα χαμένη


© Socrates Xenos

Γιατί

Γιατί θαρρείς που  τραγουδώ
Χτυπάνε μέσα μου φόρα γλυκά πουλιά
και με τρελαίνουν ράμφος
Γιατί θαρρείς που κλαίω
Βλέπω στο ύπνο μου είσαι γυαλί 

φουρτούνα θάλασσα
και κόπτομαι αντίσταση αρμυρό ακρωτήρι
Μη μου προσάπτεις το όνομα της άμμου
μακριά από μένα η σοφία των αιώνων
μακριά από μένα κι η φοβία των τριβών
εγώ για λίγα χρόνια ήρθα εδώ
για να κρατώ το ποινολόγιο βράχων
και από θύμα ξέρω αλώβητο
κι από ταχύρρυθμα μαθήματα φτερών
κι από τον άνεμο δεν έκλεψα ούτε ένα μυστικό
μιαν πτήση μόνο ειδικεύτηκα αγάπης
Κι εσύ που ξέρεις
να ανασηκώνεις της άνοιξης τις πέτρες τρυφερά
μην πληγωθούν οι μυρμηγκοφωλιές
πέρασαν κιόλας τρεις χειμώνες
κι έχεις μια ζωή να φανείς

Hermann Hesse - " Im Nebel "



Seltsam, im Nebel zu wandern!
Einsam ist jeder Busch und Stein,
Kein Baum sieht den anderen,
Jeder ist allein.

Voll von Freunden war mir die Welt,
Als noch mein Leben licht war;
Nun, da der Nebel fällt,
Ist keiner mehr sichtbar.

Wahrlich, keiner ist weise,
Der nicht das Dunkel kennt,
Das unentrinnbar und leise
Von allem ihn trennt.

Seltsam, im Nebel zu wandern!
Leben ist Einsamsein.
Kein Mensch kennt den andern,
Jeder ist allein.

*

Στην ομίχλη


Παράξενο να περπατάς στην ομίχλη
μοναχικός ο κάθε θάμνος η κάθε πέτρα
κανένα δέντρο δε βλέπει τ΄ άλλο
το καθένα είναι μόνο

όσο ακόμα στη ζωή μου υπήρχε φως
ο κόσμος ήταν γεμάτος φίλους
τώρα που πέφτει η ομίχλη
δε φαίνεται κανείς πια

στ΄ αλήθεια δεν χρειάζεται να είσαι σοφός
για να ξέρεις
πως το σκοτάδι ήσυχα κι αναπόφευκτα
μας χωρίζει από όλα

είναι παράξενο να περπατάς στην ομίχλη
η ζωή είναι μοναξιά
κανένας δε γνωρίζει τον άλλο
καθένας είναι μόνος


(απόδοση: Σωκράτης Ξένος)


Ο Herman Hesse γεννήθηκε το 1877 στο Galw, μια μικρή πόλη του Μέλανα Δρυμού. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1899 με την ποιητική συλλογή “Τα ρομαντικά τραγούδια” και τη συλλογή πεζών “Μια ώρα μετά τα μεσάνυχτα”. Ακολούθησαν πολυάριθμα έργα, που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς του 20ού αιώνα: "Πήτερ Κάμεντσιντ" (1904), "Κάτω από τον τροχό" (1906), "Γερτρούδη" (1910), "Ντέμιαν" (1914), "Σιντάρτα" (1927), "Ο λύκος της στέπας" (1927), "Νάρκισσος και Χρυσόστομος" (1930), "Ταξίδι στην Ανατολή" (1932) κ.ά. Υπήρξε ιδρυτής του περιοδικού Vinos Voco, μέλος της Πρωσικής Ακαδημίας, επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Βέρνης και τιμήθηκε με πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων με το βραβείο Νόμπελ το 1946, και με το βραβείο Ειρήνης των Γερμανών βιβλιοπωλών το 1955. Πέθανε το 1962.

" κλίση απογοήτευσης "


Παράφορο ονειρεύτηκα 
κυκλάμινο
να ανασαίνει στη άκρη του νοτιά
σα σκέψη τρυφερή να τρέμει
ξέσκεπο στη βροχή

την άμυνά του έψαυσα με ένα φιλί
κι αυτό αχνό
βελούδο δαμασκί
μού ξετυλίγει το σπαθί
που χείλη κόβει

Ξύπνησα
και σε έψαχνα στο στόμα μου

Nightingale



έσκυψα στο σκοτάδι σου
στιγμή για να σε δω, μα δε σε βρήκα
άχου κοντή μου ακοή και λιγοστό μου οξυγόνο
θα κρατήσω ακέραια την ανάσα μου,
θα ασκηθώ στο βάθος σου, στα φωτεινά σου σκοτεινά
...


ΕΝΑΛΙΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Με βρέχεις
εικόνα
μισός Σκοτεινός
κι ο Άλλος υπόλοιπο
με του σύννεφου την πέτρα στο χέρι
δεν ξέρω πώς να βγω
με ποια λογική ανέμου
από τούτο το παράγωνο

μου έμελλε
να ζήσω σε μιαν απόσταση χεριών
φεγγάρι μου
και αναπηδητά κάτω απ` το δέντρο της σπουδής
να `σουν τουλάχιστο σε προσιτό κλαδί
το βαρύ επιδόρπιο
με ουρανού υλικά να σκύβεις
διπλή πυρόσβεση και να συγκλίνεις
στη δική μου τη φωτιά

ματαίως
αγκίστρι
δίχτυ
ωμή παλάμη
κι ό,τι βρω άρπαγες
απ` το λαιμό να κατεβάζω το θεό μου

κι όλα  μισά
κι όλο μισά να ανοίγω λόγια
με αθάνατα λυχνάρια τι δουλειά έχω
άναψα στα τσιγάρα μου ναρκωτικά σινιάλα
και ενάλιος στο παράθυρο
σε ευτυχισμένο χάλι βαφτίζομαι
Αύγουστος




Momentaufnahme-κίτρινος τοίχος

"μελωδούσανε οι χορωδίες ντίγκα τα καθίσματα τα αρώματα πίσω απ` τ` αυτί όλα λαμπρά τα  σημαιάκια χιαστί κι εγώ σε βάθος της αίθουσας πίσω μου μια ριπή ήλιου έκαιγε το κοτλέ μου σακάκι με έσφιγγε και η γραβάτα λίγο σα να ψιλοΐδρωνα όταν είπαν για χιόνια ανθρώπινα και της ψυχής τα κρυπαγήματα άλλαξα επίπεδο αναρριχήθηκα κείνην τη νύχτα στη μέση της Ευρώπης που έβρεχε στο βορειοανατολικό παράθυρο και στα μάτια μου έβρεχε αν θυμάμαι καλά ήταν ή περίπου εννιά εκεί νυχτώνει απ` τις πέντε κι άκουγα το my mama που `στειλες χωρίς να με λυπηθείς δε ρώτησες για θάνατο και πάλι εδώ με το καρφί το φως στην πλάτη κρύος τη μια την άλλη  κάψα και τα μάτια να μην επιστρέφουν από κείνο το αλλού αλλού κι ο κόσμος σινιαρισμένος  τα φλας οι κάμερες γύρω ασφυκτικός και δεν ήμουν δεν είχα κανένα καθήκον ως παρών μα παρούσα ολόκληρη η Μάνα με τα σκοντάμματα και τα τσακίσματα της ηλικίας κι ολόκληρο το τραγούδι της στους νευρώνες μου σεγόντο να συμβαδίζω υποστηρικτικός δεν με άκουα γύρισε και με κοίταξε περίεργα μια επίτιμη κυρία κόκαλο ορθό να με αποτελειώνει η ορθοστασία και στο γραφείο φτιάξε μου κορίτσι μου έναν διπλό καφέ να στυλωθώ τα τσιγάρα μου πού είναι γαμώτο τα τσιγάρα μου μη με κοιτάς δε γελάω σήμερα δεν μπορώ κι ας φοράω τα καλά μου μεσαδώ ήταν πριν με τα νεύρα μου τα `ριξα στο συρτάρι κι αυτά κι ο αναπτήρας  που με ανάβει τσακ από την άκρη και στάχτη στάχτη με προχωράει πίσω στο μεγάλο προαύλιο κάπου εκεί που στις αργίες δε λαλεί ψυχή στις βελόνες των πεύκων ανάμεσα που συγγενεύουμε σε αιχμές κάτω οι νεκρές πάνω οι πράσινες κι οι εντός οι πιο έχιδνες αχ ρουφηξιά μου καπνέ  ανεβαίνουν αλλαγές στον κόσμο ραγδαία χώρεσέ με κρανίο μου χώρεσέ τες όλες μην κάμεις ξεσκαρταρίσματα ανθρώπων δε σηκώνει η αγάπη διαλογές κι ούτε υπάρχει αγάπη κι Αγάπη και μη ρωτάς σφαίρες είναι και σφυρίζουν θα σφυρίξουν θα προσπεράσουν μα όχι άλλη σιωπή έλα κοντά είν` ο τοίχος μαθημένος στις κλοτσιές των διαλειμμάτων βάρα βάρα δεν καταλαβαίνει αντέχει αυτός μόνο μην κλαις ακούς; μόνο μην κλαις γαμώτη μου..."

όλα φτηνά του κόσμου


κι ήρθε
ο καιρός
που ξανανύχτωσε για τα καλά
κι ήρθε ο καιρός
που όλα φτηνά του κόσμου
ίδε
καταφτάνει από ουρά έως ράμφος το μαύρο πουλί
τρώει τον κόπο του κροτάφου

...
" καθ΄ύψος του κεριού σου
να καίγεται η μέλισσα"


"Πάσχει αιωνιότητα
στήνει αυτί για έναν
ήχο σου άρτιον επιούσιο
και η ασύρματη επικοινωνία χώμα
τόσο δε βάρυναν άλλοτε τη χώρα της χλόης
τα λόγια του

λόγια πουλιά
αντιγραφές αρχαίων τοιχογραφιών
νεκρά πετούμενα
φτερά του λόγια
δε σύναψε οριστικό συμβόλαιο ποίημα
δεν υπογράφουν εύκολα οι μάταιες 

λέξεις την απόπειρα
που έτυχε και διάδρομος σε σύνορο νερού
και καμιά θάλασσα ασφαλής
μα εσύ απ` το βάθος του απογεύματος έλα
να αναγνωστείτε με τα χαμένα λεξιλόγια ..."

υποτροπιάζον ηλιοτρόπιο- ναμαμανα




14 Ιουλίου
               Αναγνώστης ο Νίκος Αϊβαλής

κι ακόμα



τυχαίνει
καθόλου στην τύχη
να σε έχω εδώ
με όλα τα σήματα πλοήγησης
ανεβοκατεβαίνοντας υδρόγεια κύματα
παρηγορία των ουσιωδών
κι αύριο και χτες
και εργάτες στην ταβέρνα του κόσμου
που κερνάει την πληρωμή
να στέλνουμε χορτάτα παιδιά για ύπνο
κι ύστερα ζωσμένοι την ποδιά της καρδιάς
να πλένουμε τα πιάτα των λυγμών
ως το ξημέρωμα του ανθρώπου...