“Γυναίκες της άνοιξης Ι”

Είδα Ηώ
με το ωμέγα την ήττα του ήλιου
πώς ξεπλένεται αλάνθαστα μες στο χαρτί
η Ιουδήθ έχει κατάσχει τον καθαρό πηλό της γης
και γράφει μας αγγεία πολυσχιδή
και τέμπλα και σκαλοπάτια ωραίων Πυλών
και λέω χαλάλι το αψύ βάσανο
μούσκεμα οι καθρέφτες καταρρέουν αγγέλους

και συ Λέα
που ξέρεις πώς σπάζει κλαδιά
το λάμδα των ξένων δακρύων
μπήκες αμέσως στη γιορτή
δίχως μανδύες κι αίθουσες αναμονής
κατέχοντας το διαρκείας εισιτήριο

βγάζω για σένα Υλλιώ
τους μόρτες τα μαύρα γυαλιά μου
να δω τον κόσμο απ’ την αρχή
κι ενδοτικά φιλώ  λεηλασίας ανέμους

γυναίκες της άνοιξης

“Γυναίκες της άνοιξης ΙΙ”

πάψε ως το κοντολογίς φλύαρη γραφή μου
με κοινοποίησες πάλαι λεπτομερώς σε εποχές
κι είδα τη σιωπή να κρύβει ένα πίσω
ξέφωτο χλόης που ψάχνει τα ελάφια του

πικράρωμα της ξενιτιάς θα δοκιμάσω
μιαν εκτίναξη απόψε στου θηρίου τις πλαγιές
να ’χετε το νου σας
κι έτοιμο της παρηγοριάς το φορείο
μη δε σκαλώσω σε καμιάν ακμή του σωσμού
κι αν αντιστραφώ
μες στην καταστροφή της σύγκρισης σπασμένος στίχος
τουλάχιστον
θα με έχει κατοχυρώσει η μουσική σας στην πτώση
μόνος να τρώω να πίνω τις λέξεις

δε θα σας πω ευχαριστώ
μόνο σας στέλνω
πάρτε το σπίτι
το δωμάτιο
το παράθυρό μου
στη θέα της βροχής όλα μου τα δέντρα
όπως μου στέρησε το μακριά γλυκά τραγούδια
με του σώματος με του νου τις αιτήσεις
και πάλι ανατολίζομαι στους ψιθύρους σεισμούς

πού εκρήγνυται το όνομά μου ως φωνήεν αγάπης;