Ο Άγγελος


Χέρια
διάμετρο άνοιγε τα άγουρα φτερά
για να χωρέσει και τους δυο
κι όλο πλατάγιζε
για να λυγίσει τα σπαθιά τού χωρισμού τα λόγια

δεν ξαναείδαμε τα μάτια τα γιατί
τα απέσυρε
δίχως αντίο στη φυγή μια γονική διαμάχη

μα έλειπε από καιρό ο Άγγελος
ξενιτεμένος σε μια αλλιώτικη σιωπή
κι ας ήτανε μαζί μας

Σήμερα η Αλίσια ήτανε πάλι αφηρημένη
εκοίταζε την άδεια θέση πλάι της
κι όλο ένευε αρνητικά
σε μια βουβή δακρύβρεχτη συνομιλία

σε μια στιγμή έσκυψε
και σήκωσε απ’ το πάτωμα ένα λευκό πούπουλο

Κανείς δεν είδε που το ’κρυψε μες στη ζωή της