θέα του πάνω χεριού





Χειμώνας μα όλα
βατά τα μέρη του λόγου
στα μάτια σου
η άλυγμη κίνηση
το άσηπτο ναι
και χέρια του βάζου γλυκά

ποτέ δε σ` αφήσαμε
στ` ανοιχτά παραπλέοντα σκάφη
και στ` αβαθή πλοιάρια ευκίνητα
με φωτάκια σινιάλα και μούσκεμα δίχτυα
της καλυμμένης αγωνίας χαμόγελα

τώρα πια μπορείς να `ρθεις
μην ξεχάσεις
τώρα που δε φυσάει έγνοια στα όνειρά μας

να μας ξυπνήσεις ηχηρά
σπάζοντας την πόρτα μ` ένα γεια είμ` εδώ
ρίχτε ξύλα στη φωτιά της ζωής
να τριζοβολάει η ελπίδα
καινούργια παραμύθια κι άπαρτα κάστρα


θέα του πάνω χεριού
δίπλα και πάνω στα νικημένα σίδερα
οι άγγελοι
με τις αστραπές των γέλιων
σε ομήγυρη κουβεντιάζουνε μέλλον
κι οι ώριμες μέρες
μυρίζουν κομμένο κυδώνι