"Αργείς 
σαν αναπόφευκτη καλημέρα
στο άνοιγμα της πόρτας που ναύλωσε
άφιξη το ωραίο πρόσωπό σου
το πίσω της πόρτας
άλλης ζωής  το πρόσωπό σου
της μοναξιάς που λύνει τα πισθάγκωνα λόγια
κι ελευθερώνεται η ξενυχτισμένη μέλισσα

με ποιο βουητό σε σημαδεύει πάλι
τόσος βοριάς χυμένος μες στον κόσμο
κι έχει εκεί έξω μιαν ομίχλη
στα πλαίσια 
του σώματος 
του νου 
των υλικών
και πώς θα ζήσεις δίχως ζεστά χεράκια
τούτην εδώ την άσπρη σκοτεινιά... "
"μοιραία στροφή μας κρύβει
φανερωμένους ολόκληρους στον καιρό

και να `μαστε πίσω διηνεκείς εραστές
στο μονιμότερο του προσωρινού
κάποτε το απελθόν κάποτε το μέλλον
πάντοτε η αμφίστομη λέξη"

δεν είχα χτίσει τη γωνία
που θα με στρίψει εγκαίρως
και μετά το χωρισμό γύρισα
κι απομακρυνόμουν κλάμα ταχύ

πλάτη φεύγει η αγάπη
και αβάσταχτα αργά
με τα άγια των ερειπίων ανά χείρας

τώρα
επερχόμενος από άλλες διόδους καταφτάνω
άσπονδος δαμαστής των ευλυγισιών
πάνω στο σύρμα των συναισθημάτων
τρώω πίνω τα ακροβατικά
γλείφω τα δάκρυά μου ως την άκρη της βροχής
αλητείας σφυρίγματα περιφέρομαι
με του λωτού τη γύμνια
στις ράχες άλλων καρουσέλ
κύκλος κύκλου
και καύσιμος γύρος του αθανάτου

ο λάτρης της στερεότητας των ματαίων
στου νου τη φυγόκεντρο εγκαταλείπομαι άγανο
σε πλήκτρα ξένων δοντιών
σε ελαιοτριβεία άλλων σωμάτων
κύκλος κύκλου δίχως μεσάζοντες εργασιών
πεθαίνοντας συχνά μέσα στη ζάλη
των δικών σου απόντων αρωμάτων

Σαββατόβραδο

" Άραγε να `σαι συ 
η στέγη στην άκρη του κόσμου
γιατί όταν βρέχει
-και βρέχει συχνά-
γεμίζει μάτια ορφανά
η νύχτα
σωρός τα θρύψαλα
τρύγος λεμόνια ομιλητικά "


Λυπήθηκα
που μου `σβησε χαράματα η βροχή
το τελευταίο μου τσιγάρο
κι όχι δεν ήσουνα εσύ που στέγνωνες τα χείλη
μήτε η μπαλάντα σου που τρέκλιζε χρόνο
μόνο που της ελπίδας τα περίπτερα
είναι κατάκλειστα αυτές τις ώρες

κοιτάω τη μέρα
Σαββατόβραδο
ήσυχα πίσω θα γυρίσω
να ανάψω μια φωτιά
γιατί η καρδιά μου τους παλμούς
στο κρύο τους κατέβασε
κι απόψε εγώ δεν είμαι εγώ και πώς
θα κοιμηθώ στο ίδιο το πλευρό με έναν ξένο
εγώ δεν είμαι εγώ απόψε
τι όνομα να δώσω στον ξένο

μαζεύομαι στη γωνιά
αγκαλιάζω τα γόνατα σφιχτά σε σφίγγω
το λιγοστό φως σε ψάχνει
λες τόσην ώρα δε διάβαζε
στις κίτρινες γραμμές κανείς δεν ξέρει
μίλα λοιπόν
θα ακούσω όλη τη σιωπή δυνάμωσε τη ένταση
πες για την καταδίκη

για μια ληστεία κραύγασε ο λυγμός
και μακριά μακριά το ρολόι νυχτός
χτύπησε στην ώρα του ακριβώς
τρις Ευρυδίκη


"Με τον τρόπο παλιού δωματίου"
Σωκράτης Ξένος

στην Ελένη και το Βασίλη

"...η παραλία μας κι απόψε μούσκεμα
με τα ζεστά μας βήματα στην άμμο της βαθιά
 των κοχυλιών τα δαχτυλίδια άδεια από δάχτυλα..."

 

σε πέμπτο ορίζοντα



Αναβάτες ζωής
κούφια σέλα
το χαλινάρι περιέπεσε σε ξένα χέρια
κι η μικρότητα να σε βολεύει
με το βλέμμα τροποποιημένο
σε πέμπτο ορίζοντα

Πεινασμένο μου άλογο
περισσέψαμε σε κίτρινο φύλλο

Στον Εκτώρ για τ` ασημένια του καρφιά και τα φτερά του λόγια



“Πίνω και ξαναπίνω σου
τη γύρα σου στους κόσμους
κι είν` το ποτή της έγνοιας σου
γυαλί γιγαντωμένο
που τρίζει μιαν κατάποση ποτάμι

σκοντάφτω καθιστός
σε επίπεδο πλακόστρωτο
πίσω και μπρος γυρνάω
με νύχι πένα
στο επτάχορδο που τέντωσες
δεμένο απ` τη μια στο στήθος των ανθρώπων
κι από την άλλη χάνεται εκεί που ο νους ορίζει
φως πάλλει μιαν ανασεμιά
και γινωμένο πικραμύγδαλο

να βλέπεις και να δεις
με μάτια περιούσια πριν την αυγή
και τους αγέρηδες
με ένα κoφτερό καράβι και να φεύγεις
βαθιά στων ποιητών τα βράδια
όχι δεν είναι μόνοι
μόνος μονάζω μοναξιά
με τόσα μολύβια του σπασμού κοντάρια
με τόσα καμένα δάχτυλα
τέλειες φάσεις ελλειπτικές
και με έναν άρνηση ουρανό
σε μιαν ερώτηση που τρώει
νωρίς τις απαντήσεις

ο που `χει γνώσης υλικό πνιγμένος μες στην ύλη
πόνος ανάσα μπρούμυτα με εκατό χταπόδια

λύνω και λύω και λύτρωση
λυτός δεμένος
από την άκρη των λυγμών
κι απ` τα μαστίγια της φωτιάς
περνάς και πας και δε γυρνάς
και πίσω ζυμάρι μέλλον μας αφήνεις”


Μ` εκτίμηση
Socrates Xenos

εικοσιτετράωρο φως



Χαμογελούσες
κι οι ώμοι σου αστράφτανε
περπατητό κατακαλόκαιρο ποτάμι
γιατί τι είναι κι η χαρά καλό μου
παρά η ουρά του ημερονύκτιου άστρου
που σ` ακουμπάει με ρυθμό αναβοσβήματος
ενοχλώντας σε θαυμάσια
κι έτσι λέω πια να σε μοιραίνομαι
εσύ να τα `χεις κάμει πλακάκια
με το εικοσιτετράωρο φως
και γω να καίγομαι στο μακριά
μέσα στα δίκαιά μου
μεγάφωνος να αναχωρώ από τούτο το λιμάνι
μια με κουπιά  μια με άγρια φτερά
στη σταύρωση ψηλά κι η έγνοια
με το κιάλι



κι αν βάρος αθεμέλιωτο ο ουρανός
να στηριχτεί γειώνεται στου δωματίου σου το σώμα
πήδα
πήδα ξυπόλητη απ` το παράθυρο σε μένα