Πάλι το βύσσινο βαθύ
πάλι ο βοριάς θυμάται

ωραία
θα ανάψω όπου θέλω τη συντέλεια
στου κρεβατιού το πόδι τη φωτιά
των λογισμών την αρμαθιά
απάνω στο ταβάνι

άι σώμα του πληγωμένου μου θεριού
στόμα μου κράμπα της λύπης
πες για τη χούφτα του κεριού
που λιώνει σιωπηλά
πες για τα μάτια τα στηλά
στου σκοταδιού τα μέρη
...

η σκοτεινή ηρεμία του λατομείου



Ουδέτερη αναμονή
και των μετάλλων οι ραβδώσεις
μάρμαρο
πέτρα
ό,τι χώμα
αποπνέει τόσο αίσθημα
σκόνη φθοράς ανθρώπων
ανήλιο τρέφει φως
τσούζοντας τα τυφλά του μάτια
στον ήλιο

θα λειαίνω τις ακμές μου
θ` ασπρίζω επιμελώς
πάντα ήξερες να εισχωρείς
σε μέρη αφύλακτα



Όσο που σκάβεις 
θα εκλείπει τo οξυγόνο
μα θα ΄χεις τη θερμότητα του εδάφους να ανεβαίνει
κιαν το πηγάδι είναι κάθετο 
- που είναι -
κράτα γερά το νήμα σου ουρανέ
τι θα σε φάει η αντίζηλη
μόνο να παίρνει ξέρει
καρπούς να δένει
και τη βροχή σου να φυλά  πεισματικά για ίδια χρήση
Ξεχνά
χωρίς εσένα στέρφα θα ήταν και κακιά
και δίχως πτήση


"Αν καίει στην άκρη σου ρηγάτο φως
κάποιος θα σε έβρει έλεγες
και Θάλασσά μου έτρεμες σύγκορμη
σ` όλη την έκταση επιθυμίας κύματα
δίχως εχθρό ξεσηκωμένα

Κόμη νοερά
του σκοταδιού το περιεχόμενο
η πλεονάζουσα ανηθικότης
Αχ
άλλη από Θρακικό μεσόγειος"




ένα έψιλον
ένα ωμέγα
όρθιο στήθος
στήθος πλαγινό
κι ανάμεσά τους του νερού το ρο
ρότα ρυάκι
πολύ απ` τ` αρμυρό
του κόσμου οι κήποι
λίγο απ` τη λύπη
και μπόλικο από σίγμα τελικό