Μουσική: Μάκης Αμπλιανίτης
Στίχοι: Μάγδα Παπαδάκη
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη

Ψάχνεις τη ζωή σου
στη χώρα του χαμένου παραδείσου
τα σύνορα που πέρασες θυμήσου
κι αν έχεις κάποια μέρα τη γιορτή σου
το όνομά σου κρύψε μη σε βρουν

Μόνο μια σκέψη σ' ακολουθεί τις βραδιές
μήπως κι εσύ
τη ζωή σου θα αρνηθείς τρεις φορές

Όλα είναι ξένα
γυρίζεις μεσ' της πόλης την αρένα
ποιος νοιάστηκε λιγάκι και για σένα
που έκρυψες το φόβο μεσ' το βλέμμα
και ξέχασες πως ήσουνα παιδί

Γύρω ερημώνει
κι η πόλη τα φτερά σου χαμηλώνει
για το όνειρο που χάθηκε στη σκόνη
κανένας δε σου ζήτησε συγγνώμη
ποιος παίρνει την ευθύνη της σιωπής

Μόνο μια σκέψη μ' ακολουθεί τις βραδιές
μήπως κι εγώ τη ζωή σου θα αρνηθώ τρεις φορές

"το γραμματοκιβώτιο της μέρας"



Το χυτήριο δακρύων που ακόμα η Ελισώ 
δαγκώνει τις ρίζες των κυπαρισσιών 
να  λύσει το γιο της
κι η Ευαγγελία με τους είκοσι έξι χρόνους στα μαλλιά
αγγελία θυέλλης και τρέχα ταξί 
όχι δεν μπορείτε να μπείτε στο κρύο δωμάτιο
η ζωή σάς απέκλεισε στη μαύρη ώρα

πίσω στο κρανίο 
το επείγον εργαστήρι του ανθρώπου
αρμαθιές τα αντικλείδια τού πουθενά 
κι εσύ παρηγοριά τι μιλάς 
που απ` την πολλήν αγάπη δεν ακούω
τι φέγγεις θυσίας ελαιόλαδο
ένα γύρω βγαίνω τις νύχτες
και ρίχνω στους ελαιώνες αλάτι
έτσι επέλεξα σε δόσεις φωτιές 
κι ένα ταβάνι ανάσκελα
μα μη 
σας ξορκίζω αγαπημένα ονόματα
μη σκάβετε τόσο βαθιά την οδό χαραμάτων
να βρει η αυγή θέση καθημένων για την αλήθεια
η αλήθεια περνώντας  τα φωτοκύτταρα των υστέρων
συναγερμοί απουσίας γι` αυτό σου λέω
δε θ` αφήσω άλλα αντίο να `ρθουν στην ώρα τους 
τόσο φάκελοι σκοτεινοί

βάφω λευκό το γραμματοκιβώτιο της μέρας

S.X

όταν τελειώνουν τα ράμματα στα πρόχειρα χειρουργεία



Γευμάτισαν στο σύρμα τα πουλιά
ωραίον ήλιο μαχαιριά και πέταξαν
στις άκρες του κόσμου
και στων θαυμάτων το βωμό εδώ
ξαπλώνουν  τ’ ουρανού καμένα σεντόνια

κανείς δεν ακούει τα νερά απ΄ τις άνω πηγές
με λυγμούς με άξαφνους κύκνους στεναγμών
οι πνοές μηδενίζουν
κι αρχίζω ξανά να μετρώ απ` το τώρα 
ως τη ζάλη

δεν κοιμάμαι
φώναξέ με
είναι ύπνος θανάτου δε βλέπεις
ο πόνος κουπάσο στης γης το κατάρτι
παίρνει σβάρνα της ζωής τα παράθυρα
μπαινοβγαίνει στις έρημες πόλεις
στων παιδιών τα κατάστιχα μάτια
δεν κοιμάμαι
άγγιξέ με
λούστρα βιολιά απ` του νου την εξέδρα σπάζουν
πετούν τα δοξάρια τους στα άστρα
τις χορδές κομποδένουν στους λαιμούς των θεών
στων κλεφτών τα λαθραία παλάτια
δεν κοιμάμαι
τύλιξέ με θηλιά
καλύτερα από σένα καμιά
δε σφίγγει όνειρο με πλήρη σχοινιά
πληγή κι επιστρέφει χαράματα
όταν τελειώνουν τα ράμματα
στα πρόχειρα χειρουργεία



τιμής ένεκεν μικρέ εργάτη του πολιτισμού
(να δούμε πότε θα σου στείλω στίχους)
*
 πεντάΞενος στήνω αυτί
πάνω στα τάστα της ψυχής σου και λέω
οι αερικοί είναι ξεκλείδωτοι
σ΄ όλους τους κωδικούς