Από τη χώρα των τριγμών
ακόμα καταφτάνουν  σπασμένα κλαδιά
Δεν ήταν μπόρα και πέρασε



Έχει το αδέξιο μια γοητεία
έναν ανώριμο συλλαβισμό
μιαν τρυφερή βλαστού αλφαβήτα
μοναχικής μιας βάρκας τη ναυτία
τρύπιο πανί και αποστεωμένο ύπνου πλάφι
καμμένο με δακτυλικές αφές γράφει
για μιαν πανάρχαια  πληγή που αιμορραγεί
κάτω απ` της  θάλασσας τ` αλάτι
Εδώ
Σαν τον δεινό κιθαρωδό
Χωρίς κοινό
Στη μέση του λειμώνα
Διάφανη σταγόνα
Να σ’ αντικατοπτρίζω
Την τύχη να βρίζω
Tου Eνός
Κι από του τέλους την αρχή
Ν’ αρχίζω
Φεγγάρι μου
Τίποτα δεν ορίζω
Κανείς δεν είναι κανενός


Είναι πια αργά
δεν έχει χρόνο εδώ
με τόσο τρύπιο παρελθόν
με τόσο  άγνωστο αύριο
κάλπικα και τα κρύσταλλα
ήχος  γυαλί που με βιασύνη
ταξιδιώτη αγόραζα
κι ο πάγκος της χαράς στημένος
σε μέρος πολυσύχναστο
μα προπαντός καλά είχε σπουδάσει
την αφέλεια του ανυποψίαστου

Τι φταις και συ
σε φάση ήμουν τρυφερή
ολόγιομο φεγγάρι