Εδώ κείμαι




Μη λυπηθείς
που οι δρόμοι μου απόντες
πάρε με

με αγκαλιές αξενιτιάς
σύρε με

στου πόνου τις φωτιές
στ` ανταλλακτήρια του κόσμου

κατάθεσέ με
νόμισμα ακριβό

κόψε με
μοίρασέ με
τετράγωνα ψωμί
φιλιά
χαμόγελα

πούλα με
αγόρασέ με
απόθεσέ με δωρεά

σε πόρτες νηστικές

Μόνο που πριν

να
βάλε σε τάξη
τούτα τα χέρια τα φτερά
τα περιστέρια τα κλειστά
που ακόμα τρέμουν

ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ( Φωτόδεντρο - Ελύτης)


Μετατόπιζε το αγριοπούλι πιτ-πιτ πάνω στους βράχους την αλήθεια
μες στις γούβες τ' αρμυρό νερό τλιπ-τλιπ όλο τσιμπολογούσε
κάτι κάτι κάτι πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει
μα την πίστη μου άγιασα να περιμένω πέταξα γένι καλογερικό
που όλο χάιδευα κι έξυνα κάτι κάτι κάτι άλλο να βρεθεί
Κάποια φορά το πήρ' απόφαση τράβηξα έτσι όπως τραβάς μια
βάρκα στη στεριά τον άνθρωπο από μέρος που να βλέπεις μέσα του
-Ε ποιος είναι αυτός;
- Ο φονιάς που πέρασε
- Κι ο τόσος σαματάς γιατί;
-Το γεράκι το γεράκι φτάνει έφτασε
- Καλά και ποιος ορίζει εδώ;
- Ούτις Ούτις
- Δεν άκουσα ποιος λέει;
Αλλά κιόλας λιγόστευαν τα λόγια
Τι να πεις πια
Τέτοια η αλήθεια

II

Τέτοια η αλήθεια
όταν αποτραβήχτηκαν τα λόγια τι να πεις πια
φάνηκε περιτριγυρισμένο κυπαρίσσια σαν παλιό υποστατικό το πέλαγος
καθισμένη στα ρηχά μια γυναίκα πέτρινη κει που χτενίζονταν
απόμεινε με το χέρι της ψηλά στον αέρα
δυο βαπόρια πέρα ταξιδεύανε
όλο καπνούς δίχως να προχωράνε και παντού στις βρύσες
και στα δεντρολίβανα εκμυστηρευμένο ένα πάτερ ημών που ανέβαινε
πριχού σπάσει σε δρόσο
Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς
εγώ που αγάπησα εγώ που τήρησα το κορίτσι μου σαν όρκο
που 'φτασα να πιάνω τον ήλιο απ' τα φτερά σαν πεταλούδα
Πάτερ ημών
Μ' ένα τίποτα έζησα.

III

Μ' ένα τίποτα έζησα
μονάχα οι λέξεις δε μου αρκούσανε
σ' ενός περάσματος αέρα ξεγνέθοντας απόκοσμη φωνή τ' αυτιά μου
φχιά φχιού φχιού εσκαρφίστηκα τα μύρια όσα
τι γυαλόπετρες φούχτες
τι καλάθια φρέσκες μέλισσες και σταμνιά φουσκωτά
όπου άκουγες ββββ να σου βροντάει ο αιχμάλωτος αέρας
κάτι κάτι κάτι δαιμονικό μα που να πιάνεται σαν σε δίχτυ
στο σχήμα του Αρχαγγέλου
παραλαλούσα κι έτρεχα
έφτασα κι αποτύπωνα τα κύματα στην ακοή απ' τη γλώσσα
-Ε καβάκια μαύρα φώναζα
κι εσείς γαλάζια δέντρα τι ξέρετε από μένα;
-Θόη θόη θμος
- Ε; Τι;
- Αρίηω ηθύμως θμος
- Δεν άκουσα τι πράγμα;
- Θμος θμος άδυσος
Ώσπου τέλος ένιωσα κι ας πα να μ' έλεγαν τρελό
πως από 'να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος
" κανείς
  κανείς δεν ξέρει πότε κοιμούνται οι Θεοί 

  για να τους κλέψει θαύματα
  

  κι αύριο πάλι 
  στο κλαίω να το ξέρεις
  μπορεί και να `ναι ημερομηνία ανήμπορα αηδόνια
  γεμίζουμε από άνθρωπο ασφυκτικά
  κι ας φεύγει πλήρως
  μα εσύ να φυλάξεις καλά 

  το ποδοβολητό της σκόνης
  ακούει η αγάπη πολύ σε τέτοιους ήχους..."




“Γυναίκες της άνοιξης Ι”

Είδα Ηώ
με το ωμέγα την ήττα του ήλιου
πώς ξεπλένεται αλάνθαστα μες στο χαρτί
η Ιουδήθ έχει κατάσχει τον καθαρό πηλό της γης
και γράφει μας αγγεία πολυσχιδή
και τέμπλα και σκαλοπάτια ωραίων Πυλών
και λέω χαλάλι το αψύ βάσανο
μούσκεμα οι καθρέφτες καταρρέουν αγγέλους

και συ Λέα
που ξέρεις πώς σπάζει κλαδιά
το λάμδα των ξένων δακρύων
μπήκες αμέσως στη γιορτή
δίχως μανδύες κι αίθουσες αναμονής
κατέχοντας το διαρκείας εισιτήριο

βγάζω για σένα Υλλιώ
τους μόρτες τα μαύρα γυαλιά μου
να δω τον κόσμο απ’ την αρχή
κι ενδοτικά φιλώ  λεηλασίας ανέμους

γυναίκες της άνοιξης

“Γυναίκες της άνοιξης ΙΙ”

πάψε ως το κοντολογίς φλύαρη γραφή μου
με κοινοποίησες πάλαι λεπτομερώς σε εποχές
κι είδα τη σιωπή να κρύβει ένα πίσω
ξέφωτο χλόης που ψάχνει τα ελάφια του

πικράρωμα της ξενιτιάς θα δοκιμάσω
μιαν εκτίναξη απόψε στου θηρίου τις πλαγιές
να ’χετε το νου σας
κι έτοιμο της παρηγοριάς το φορείο
μη δε σκαλώσω σε καμιάν ακμή του σωσμού
κι αν αντιστραφώ
μες στην καταστροφή της σύγκρισης σπασμένος στίχος
τουλάχιστον
θα με έχει κατοχυρώσει η μουσική σας στην πτώση
μόνος να τρώω να πίνω τις λέξεις

δε θα σας πω ευχαριστώ
μόνο σας στέλνω
πάρτε το σπίτι
το δωμάτιο
το παράθυρό μου
στη θέα της βροχής όλα μου τα δέντρα
όπως μου στέρησε το μακριά γλυκά τραγούδια
με του σώματος με του νου τις αιτήσεις
και πάλι ανατολίζομαι στους ψιθύρους σεισμούς

πού εκρήγνυται το όνομά μου ως φωνήεν αγάπης;

Άλλος ορίζει



Από κομμάτι ουρανό
σαν συννεφάκι ταπεινό
μαζεύεις τις βροχές για να στεγνώσει
στραγγίζεις τα παλιά μ` ελπίδας βρώση
τα ξαποστέλνεις μακριά
με του καιρού τα κάρα
με μια λαχτάρα μην τύχει και γλιστρήσει
σταγόνα μια στιγμή
μες σε απόστασης ρωγμή
δέντρο χωρίς πουλιά σε πανηγύρια πρωινά
σ` αφήσει

Πανάλαφρο λευκό φτερό
στα στήθια πεταρίζει
μια δω μια κει
δεν ξέρει τι να πράξει
την έγνοια του να αράξει
σε ποιο βυθό να αναπαυτεί
να βρει ένα φως και να κρυφτεί
ψήγμα χαράς να ασπρίζει

Μοίρα γνωστή διπολική
για μιαν καινούργια Κυριακή
Άλλος ορίζει