Τις μέρες τις ζεστές στους ταρσανάδες
μιαν πλώρη πελεκώ το εννιάκυκλο ξύλο

των ταξιδιών δεν ξέρω πια τη γλώσσα
κι αυτό την πλάνη αγαπά όπως κι εσύ
που μέσα απ΄το όποτε αναδύεσαι
στάζουσα βαθυκύανα νερά
στον αστράγαλό σου δεμένο ένα φύκι
δυο τρεις συν μια
φθάρτρα γεννήτρα του λυγμού
με του πλαγκτού βεγγαλικά
να σκανε ακρογιαλιές μέσα στα μάτια σου

αχ νεαρό νερό μου μια φορά
μην κοιμηθείς στις σκοτεινές συστάδες των γητειών
ώσπου να μάθω στο ξύλο της στεριάς
πώς να υψώνει ιστίο
κι έριξα δάκρυ στο γιαλό
κι έκρυψα και τ΄ αηδόνι
που κλαίει τον ήχο της αγάπης μας
μες στα φυλλώματα της νύχτας

μα εγωπαθείς Πλειάδες φυλάνε την πυξίδα
και στον κατάλογο των ημερών δε μένει
παρά να γράψεις το τελευταίο μας 

πνιγμένο καλοκαίρι

αύριο
κανείς δε θα παραξενευτεί
που θα σε δει να ξαναπαίζεις ξέγνοιαστη
με το έρμαιο των άδειων κοχυλιών
εσύ μια Θάλασσα

S.X


Μην κλαις άστρο μου
Σου στέλνω τη δέσμη του φακού
με σταθερό το χέρι 
τους δρόμους σού δείχνω του ουρανού
και τους χάρτες ξεδίπλωτους 
για να βρεθείς
Μην κλαις άστρο μου
και θολώνει η απόσταση...



πού ζεις
πού είσαι σώμα
ολόγυμνο να ξάπλωνες
σε πρωτοχτύπητο από ήλιο βράχο
να μη γυρεύεις θάνατο μήτε σωσμό
μόνο της πέτρας θαλπωρή
κι άρωμα χλωροφύλλη
μονιάς αγκάθι που τρυπά 
κι ανθίζει αίμα

κι όλα 
όλα μακριά απ` τα γέλια του συρμού
κι έξω απ’ το τρέχον θέμα

ρίξε όσα κέρματα χρωστάς
στις τσέπες των αχρείων
λύγα
κοιμήσου ήσυχα κίτρινες μέρες

Πυγολαμπίδες



και περιμέναμε 
τ' απόβραδο
τότε που ξεθαρρεύουνε 
και φέγγουνε στις γειτονιές
του σκοταδιού τα τεθλασμένα μάτια

καυτόν το φώσφορο 
κολλούσαμε στο μέτωπο του Ιούνη
και παίζαμε τις νύχτες αληθινές ζωές
γέλια χτυπούσανε στους τοίχους
τρέχαν οι πόθοι στα τυφλά
με τη βιασύνη τού αφελούς 
και σκόνταφταν
από της φλέβας το όνειρο στου νου τα υπερώα

κανείς δεν άκουε παρεκτός 
κείνη η ώριμη ώρα
που ακόμα ταλαντεύεται στην άκρη του καιρού
με τα σχοινιά του τέλους

tώρα 
μες στων χεριών μας το κενό
μια χώρα απλώνει 
το λιγοστό και το πολύ που μας διπλώνει 
δρόμο στο φως
και μας γυρνά τα καλοκαίρια τα στιλπνά
μέσα στη σκόνη