σκοτεινό σκοτεινό μου άλογο



Φεύγω ολόσωστα μπροστά
με το σκοτεινό μου άλογο
αφού δε γνέφει η σβηστή φωτιά
κάτι που τρέχει αντίθετα με τον καπνό
ας απομακρύνει τη στάχτη

στάχτη το αθίγγανο στόμα
άρχισε κιόλας να κλαίει ανάσκελα
κλοτσώντας οξυγόνο φυγής
κι ατμίζει η περιοχή κλειστά σύνορα

μη μου άπτου εκείνο το ποτέ
κι ο μαύρος κύκνος αργεί
της εμμονής το αδηφάγο περισκόπιο
απ` το βυθό να φέρει φωτεινά
πορτοκάλια πάνω στο τραπέζι

σκοτεινό σκοτεινό μου άλογο
με την ασταθή σου ράχη
επιστρέφεις με στο μακριά τού εγγύς
με του προσκυνητή τη χαίτη χαμηλά
ως η αδιέξοδη υποφορά μόνο γνωρίζει

ομηρικά





"...κύματα εξ επαφής
ομηρικά
και ραψωδίες των κορμιών
και δέλτα
των καλλιγράφων ερωδιών
του Ελλησπόντου τα στενά
κορδέλα Αστάρτη
μετακομίζει ακρογιαλιές
ως την καστρόπορτα του Αβδηρίτη..."

δίχως να εξέχεις αλεξικέραυνο

Και θα γνώριζες 
την αστραπή καταμεσήμερο
δίχως να εξέχεις αλεξικέραυνο

πόθεν ποθείς πόθε


η δράκαινα μετανάστευσε
στην άλλη μεριά του ταξιδιού

άδειο τo τρίφτερό της δηλητήριο
κι αντίπαλοι ψαράδες αγρυπνούν
την ιδιοκτησία των γλυκών ματιών
α, εσύ 

που βιάστηκες μιαν επανάληψη ευτυχίας
μόλις που προλαβαίνεις την ουρά μιας έσχατης
μα κι αυτή δεν είν` εκεί
εκεί έκαψε την ανάρτησή της ο ήλιος

με άγουρο χρώμα συλλαβές
η νύχτα θα ωριμάσει αποξαρχής αστροφεγγιά
περίμενε

τίποτα

κι ευθύς στο χάσμα
όπου βόσκουν ατάραχα επιθυμίες στήθη 

γαλακτώνονται και σε στάζουν περίσσευμα
Άργο
κουλουριασμένο στα χιόνια της αγάπης

αρπακτική σιωπή


"
Έχουμε κλειδωθεί
έξω απ` την αίθουσα των ενστάσεων
και τα παράθυρα διάπλατα κλειστά

απ` ό,τι τώρα σκέφτομαι
σαν τη βαθιά πληγή ανησυχώ
που της τελειώνουν οι αισθήσεις
κι όλα επειδή το διάφανο
δεν είναι ακόμα έτοιμο
να τρέξει στους ανθρώπους
ή επειδή κι εγώ αηδόνι μισό
επάνω στο κλαδί που σκέφτηκα

μεταφέρω λίγο βουνό
κι αγριελιές στον κήπο μου
να ημερέψω
και γράφω
μέσα στην κρύα κάμαρα
για την αρπακτική σιωπή
της κουκουβάγιας"