τρις Ευρυδίκη




«... Άραγε να ‘σαι συ
στέγη στην άκρη του κόσμου
γιατί όταν βρέχει -και βρέχει συχνά-
γεμίζει μάτια ορφανά η νύχτα
σωρός τα θρύψαλα
τρύγος λεμόνια ομιλητικά »



Λυπήθηκα που μου `σβησε
χαράματα η βροχή
το τελευταίο μου τσιγάρο
κι όχι δεν ήσουν εσύ
που στέγνωνες τα χείλη
μήτε η μπαλάντα σου που τρέκλιζε στο χρόνο
μόνο που της ελπίδας τα περίπτερα
είναι κατάκλειστα αυτή την ώρα


Κοιτάω την ώρα
Σαββατόβραδο
Ήσυχα πίσω θα γυρίσω
να ανάψω τη φωτιά
γιατί η καρδιά μου τους παλμούς
στο κρύο τους κατέβασε
κι απόψε εγώ δεν είμ` εγώ
και πώς θα κοιμηθώ στο ίδιο το πλευρό
με έναν ξένο
εγώ δεν είμ` εγώ απόψε
τι όνομα να δώσω στον ξένο


μαζεύομαι στη γωνιά
αγκαλιάζω τα γόνατα σφιχτά σε σφίγγω
μίλα  λοιπόν
θα ακούσω όλη τη σιωπή
δυνάμωσε την ένταση πες


μιαν απουσία κραύγασε ο λυγμός
και μακριά μακριά
το ρολόι νυχτός στην ώρα του ακριβώς
τρις Ευρυδίκη