μέγεθος λόγου



Καθένας
πάει με το ψίχουλό του προς το νηστικό
που θα τον φάει
Για άλλους τούτο το σπουργίτι
είναι αηδονάκι
που μες στους άκαιρους συναγερμούς
η ματωμένη του φωνούλα σώζει
και το κλαδί και το δάσος

Έτσι θαρρώ εξαρτάσαι
από το τι μέγεθος λόγου
εκ φύσεως φοράς

Σαν σε πηλό



Σαν σε πηλό
μ` αγγίγματα απαλά θα σου μιλώ
και μ’ ανοιχτά φιλιά στα κλειδωμένα χείλη
με την αφή του πόθου τη ραφή
απ` την αρχή θ` ανοίγω και θα κλείνω
παραδομένο μου κοχύλι
κι όπως σε άμπωτη ρηχή και μουσκεμένη άμμο
στης ευτυχίας τις πτυχές με αμυχές
σημάδια ανεξίτηλα θ` αφήνω

με της καρδιάς το πύρωμα θα βάφω
θα καίω με της αγάπης τη φωτιά
της μνήμης τα πικρά χαρτιά
καράβια σου παλιά και φυλαγμένους χάρτες
ως το πρωί που ο θεός
ήλιος νωπός ξανά τη μέρα να ανατείλει

και συ στα μάτια να φοράς
χαμόγελο χρωματιστό μιας άφατης χαράς
απλόχερα να δείχνει
τα μυρωδάτα ίχνη μιας βραδιάς

Σ.Ξ

Ερωτικό



Σε άκουγα μ` ευλάβεια 
και λόγια δε θυμάμαι
καυτά τα μάτια σου
το φως τους μ` έκαιγε
στην ερημιά του όχι μ` άφηνες  
στη χώρα του τίποτα
που ξέχασα τον εαυτό μου 
και μου λείπεις
 
μα απ` όλα τουλάχιστον η τρυφερή  
η κατηφόρα του λαιμού σου  
στο πιο κλειστό δωμάτιο του νου
Ακόμα δεν άνοιξα παράθυρο  
τ` άρωμα μη μου φύγει

S.X

"πουθενά"



«Λίγα τα χέρια που μας έντυσαν ζεστά
Τα πιο παλιά παλτά τα πιο αγαπημένα»

Έπεσε πάλι η νύχτα 
και δε συνέβης
Ασύνταχτος ο ουρανός
κουβάλησε του αγριοκρύσταλλου το θρόνο
κι οι άνεμοι προσέτρεξαν
από τα τέσσερα σημεία του μαίνοντος
ο ένας φυσούσε την ανάμνηση
ο άλλος διέδιδε τα λιποθυμισμένα νέα μακριά
ύστερα η τριβή
το οινόπνευμα
το συνεφέρθη
το πουθενά εμφάνιση μάγισσας
όμως το σπίτι μας πίσω απαράλλαχτο
εδώ και ελαιώνες

μες στα παλιά τετράδια
της δακρυάς οι αγγέλοι έτρεχαν
σκέπαζαν τους ανήσυχους στίχους
με τα φτερά τους…

S.X