Α Λ Κ Ι Β Ι Α Δ Η Σ


«...άφησε πίσω του
μυριάδες σκύλους
με τις κομμένες τις ουρές των εντυπώσεων
στις αγορές του κόσμου μπάτε αλέστε
και ο κοινός ο άνθρωπος;
ακόμα με το ίδιο τρίχωμα
αλλά με ξυράφι και καθρέφτη
αλλά με εκσυγχρονισμένο το ήλεκτρο
μα
ας στερηθούμε ολίγην ευγλωττία του
κι ας πούμε στους στίχους μας ν’ ανησυχούν
τις ανακλάσεις μας να οπλιστούν
με ισχυρά γυαλίσματα σεμνότητας

βάζω κεφάλαιο στοίχημα
ότι κι εσύ με τον παροπλισμένο αντίχειρα
πονάς για ένα γύρισμα νυκτός
προς το ξημέρωμα του Aνθρώπου
…»

πως εύκολα

Ανεβαίνω πάλι
λυγισμένο σπαθί
με ήσυχη την κόψη του προσώπου
άλλα νερά πίσω με γυρίζουν
διπλώνω σύννεφα
τυλίγω γράμματα
αγέρα μου σύρε τα άθικτα
στους ώμους της
ελαφριά εσάρπα του λόγου μου
πες της πως εύκολα ραγίζω
φωτιά μες στη φωτιά
βυθοί ανάστροφοι
κι η νύχτα φέτες στο τραπέζι...
"...η παραλία μας 
     κι απόψε μούσκεμα
     με τα ζεστά μας βήματα χαμένα

     στην άμμο της βαθιά 
     τα δαχτυλίδια κοχυλιών άδεια από δάχτυλα..."

Ευλογία




Αν αυτογυαλίζεις
μπορεί και να αυτοβρίσκεσαι στις σκοτεινές στιγμές σου
κι ύστερα αναγνώσιμα ορατός
να αυξάνεις διάμετρο μέσα στην τέλεια αφέλεια
τη βεβαιότητα του τίποτα

Η αρχή εκ του μηδενός
συν κάτι είναι αναγκαία
και θεμέλιο ευτυχίας γραπτού να μην υπάρχει
είναι η ισορροπία της μοναξιάς σε μορφή
σκόνης κόσμου

Αχ, η γαληνότατη τρικυμία και συ
έρμαιο πανί Ιμαλαΐων
σε ανύπαρκτους θεούς
Ας μην παραεξηγήσουμε την άφατη λειτουργία
φτάνοντας στην απελπισία εισπνέεις ύψος
αίτια κι αιτιατά κι όλα σου τα πλάσματα
αφομοιωμένα γραμμικά ηλεκτρικών σπινθήρων
γράφουν γλώσσα
με το πρόσχημα μιας συγκατάβασης
μα ο λόγος συναφής του σκοπού
δε φτάνει στόχο
όσο πλησιάζεις απομακρύνεσαι
κι όσο δακτυλοτρέχεις τόσο ακίνητος
όπως και στους διωγμούς των ονείρων
με τα κομμένα γόνατα

δεν υφίσταται σχάση
δεν υπάρχει νομολόγιο
τσεκούρι που λυπάσαι στη ρίζα ωραίου δέντρου
πιστεύοντας στη δεδομένη ενδοτικότητά του
κι αυτό γειωμένο σε επίτευξη καρπού
να μην έχει ιδέα από τέτοιες αυταπάτες

μα αν υποψιάζονταν από σύσσωμες αντιστάσεις
δε θα ’μενε ξυλοκόπος όρθιος