Γυαλένια (Ι)


 


Βιαζότανε να κοιμηθεί
τις νύχτες έσκαβε το στρώμα
για τον κουρασμένο της νεκρό
κι άμα εύρισκε μιαν ούγια
την άκρη απ` το καινούριο του σακάκι
τον τραβούσε απ` της λήθης το γεμάτο
ψηλά έως του θέλω τα πεδία

ολόκληρο τον ξέβγαζε
τίναζε τα μαύρα βήματα απ` τα πόδια του
γυάλιζε τα παπούτσια του
να αντιφέγγουν τ` άστρα
κι έφευγαν μαζί για το εφικτό του ονείρου
σφιχτά τον εκρατούσε ανάμεσα
σε κόσμον αδιάφορο πολύ
με τ` ουρανού της τα σχοινιά
και τα μετάξια των στιγμών τους να κρέμονται

διπλά ως τη φωτιά της ζάλης να κατεβαίνουν
κι ως τη φτέρνα τον αγκάλιαζε
μ` αχνούς καφέδες πρότερων πρωινών
μάτια μπακίρια και τον φιλούσε βαθιά βαθιά
ως το πάτο της πίκρας
μάζευε ύστερα πίσω με θυμό

το χυμένο το κρασί
σφράγιζε το λαιμό του μπουκαλιού μ` ένα κομμάτι κατωσέντονο
να μη ζαλίζεται από τη φόρα της χοής
κι έτρεχαν ξωπίσω τους και πάνω τους
τα χώματα και σκέπαζαν
τα μάρμαρα

φιλιά
τα δόντια

κι ως εγειρόταν τα χαράματα στην σπηλιάδα
της μιας της αναπόφευκτης αγάπης
ήταν τα χέρια της ξεραμένα βασιλικά
στο σκοτεινό της παλαιότητας που εγκαθιστούμε το θεό
να `χει άμεση πρόσβαση

στα ημερονύκτιa πρόσωπά μας
κι εκείνος έλειπε

έλειπε πλήρες φτερό αγγέλου
θρόισμα πρόσκρουση στα αχ των τοίχων
με το άδειο στις κώχες ανάστροφα


έσταζε βάρος το ταβάνι στα μοναχά της τα μαλλιά
ουράνιες τις φορές του ανάσκελου
που διαπραγματεύεται χαμένο από χέρι
μιαν ολιγόλεπτη απόπειρα αθανασίας
του ανθρώπου το ξεγέλασμα και καταδίκη
ώσπου ο τρελός ο βασιλέας ο νους

να πει στο σώμα εξόφλησες
ξάπλωσε τώρα στης θύμησης τον πονόδρομο
άκρη άκρη για να περνάνε ανενόχλητα
τα κύματα των πνευμονιών στο αύριο
να βάλω τάξη να αποκοιμίσω τα αίματα
να σε γλιτώσω κι από μένα

τότε είναι που μας φωνάζει πρώτο το νερό
με την υπόγεια υδραυλική φωνή του
σε δρομολόγιο μακρύ ξαγρύπνιας

μιαν απλωσιά όσο ποτήρι στο κομοδίνο δίπλα

νερό για δίψα
και δίψα για ζωή

εδώ που χάθηκες να ρθεις
κι εκεί που πας μην είσαι


 

ώριμη πέτρα

Είναι μια μαύρη μια άσπρη μάνα
κι ανάμεσά τους μια αγκαλιά
μες στου καιρού τα χώματα
σκάβουν λαγούμι
την άνοιξη σέρνουν από τα πόδια
στα σύνορα διασποράς του πόνου

και τ` ουρανού η πόρτα η παλιά
κατάκλειστη να ακούει
Είναι μια κίτρινη μια κόκκινη μάνα
μακριά
δίχως του αύριου κομπόδεμα
διαστολές κόρες θεριά
μέσα στους κύκλους του φόβου
με χέρια τους ακίνητα
αναδεύουνε το νου μας
και γω σε αθέατο μπαλκόνι σεργιανώ
πατάρι υγρό και τρία δάχτυλα
άλλο μαχαίρι δεν έχω
να κόβω στο χαρτί απόπνοια θανάτου
τοίχε μου
κραύγασε
και πάψε επιτέλους να δακρύζεις
μας έπνιξε το ανερμήνευτο το διάφανο
κι όσο νυχτώνει
πες του να μη προσμένει του κεριού
δε θα τ` ανάψω
χόρτασα από σιγανές φωτιές υπομονή που θρέφουν
ώριμη πέτρα στ` αριστερό κρατώ
κι απ` τ` ανοιχτό παράθυρο
το ξέγνοιαστο του κόσμου στόχος

"Παγκόσμιο δάκρυ"


Ποτέ που ζούμε ο κόσμος
δεν είν` αυτός ο κόσμος των ανθρώπων
σούρουπο μέτωπο
δυο λέξεις θλιβερές
για κάτι αφτέρουγα πουλιά 

που σπαρταρούν
στην κίτρινη χερσόνησο των κρότων


στα όνειρα μόνο ψηλαφίζουμε τους κόμπους
και τα πισθάγκωνά μας λύνουμε σχοινιά
τότε η άνοιξη βγαίνει στους δρόμους
με όλα τα δέντρα τις σημαίες
θρόισμα παραλήρημα
που ανοίγει ορίζοντα με χαρακιές
εκεί που ξύνουν τo βελούδο τους
τα πληγωμένα ελάφια
να τρέχει δάκρυ καθαρό
παγκόσμιο δάκρυ
με την συγκατάθεση του ήλιου
να ξαναξεχειλίζουν
τα πικρά φρέατα των αιώνων

Σπάζοντας τα παράθυρα της ρέμβης
κοιτάμε απέναντι
στον εαυτό μας μέσα

S.X "ΣΗΜΥΔΕΣ"

γράμμα απόσπασμα 2


"…σου αφήνω
απάνω στης νύχτας το τραπέζι
φλούδα πορτοκαλιού και ζάχαρη 

αγορασμένη απ` τα παζάρια του ήλιου
άναψε των δακτύλων τη φωτιά

με της πηγής σου το νερό
να φτιάξεις ένα κομμάτι αύριο
δίχως τη γεύση του χιονιού..."

τέτοια λόγια αυτοκόλλησα
απέναντι
στο ανθοπωλείο τοίχο των βραδιών μου
και ακούω τα τρένα
να σφυρίζουν σπασμένες χειραψίες

και βρέχει πάλι
ανίκανες βροχές αποτυχίες
που κανένα μυστικό των θεών
δεν μπόρεσαν να κατεβάσουν ως εδώ
στο περιθώριο
να ξεφυτρώσει απ` την αρχή η ζωή μας
«μοιραία στροφή μας κρύβει
φανερωμένους ολόκληρους στον καιρό»
και να `μαστε πάλι
διηνεκείς εραστές
τα ουδέν στο μονιμότερο του προσωρινού
κάποτε το παρελθόν
κάποτε το μέλλον
πάντοτε η αμφίστομη λέξη

δεν είχα χτίσει τη γωνία που θα με στρίψει
εγκαίρως
ακάλυπτος μόνος
και μετά τη στερνή μας χειραψίαα
απομακρυνόμουν κλάμα ταχύ
αν δεν καταλάβει, έλεγα, αν δεν καταλάβει…
αιώνες
πήρα από ένα μετά την απάντηση
”…δεν έφυγα ώσπου χάθηκες ..” με τη σβησμένη φωτιά
όπως εξαντλημένο μαγνητικού πεδίου

Πλάτη φεύγει η αγάπη
με σηκωμένο το γιακά
και αβάσταχτα αργά
με τα άγια των ερειπίων ανά χείρας

τώρα
επερχόμενος από άλλες διόδους καταφτάνω
άσπονδος δαμαστής των ευλυγισιών
πάνω στο σύρμα των συναισθημάτων
τρώω πίνω τα ακροβατικά
γλείφω τα δάχτυλά μου ως την άκρια της βροχής
αλητείας σφυρίγματα περιφέρομαι
με του λωτού τη γύμνια
στις ράχες άλλων Καρουσέλ
κύκλος κύκλου
και καύσιμος γύρος του αθανάτου
τώρα εγώ
ο λάτρης της στερεότητας των ματαίων
στου νου τη φυγόκεντρο εγκαταλείπομαι
άγανο
στα λευκά πλήκτρα των δοντιών
στα ελαιοτριβεία ξένων σωμάτων
Κύκλος κύκλου
δίχως μεσάζοντες εργασιών
στην είσοδο των οφθαλμών πληρώνοντας
νόμισμα σκληρό για μια ζάλη
των παλιών σου αρωμάτων

Πουλί των κεραυνών
Kαι τι να σου σφυρίξω εγώ
το ράμφος της φοβίας
θα σου μιλώ
με των βροχών τα τεντωμένα νήματα
και μια ζεστή φωνή
άλλα μολύβια γιατρικά δεν έχω
βάζε εσύ κάπου κάπου
τελεία εκεί που δακρύζουνε οι λέξεις
να προστατέψουμε την καρδιά μας
και πες για τις γραφές
αν δεν πέσεις φύλλο κίτρινο
απ` του αγέρα το κλαδί στο χώμα
δε διασχίζεις φθινόπωρα

Meer

Meer
Aufgeladenes Meer
Mit den Blicken und Körper
Und andere Boote auch
Alle vollen Des Wassers
Des Weges Das Licht
Aber Wir sind Wasser
Wir Und was wir schlagen vor
Tage oder Nächte
Feuer oder Asche

Beruhige dich
Meine tiefe Liebe
Mit weißer Purpurroter
und hellblauer Welle
Und ich
Ein verfügbarer Körper
Ich bin dein, so viel wie
Niemand wagte zu ertrinken   

μονόλογος διάλογος



« σκάω αυτόχθονη φωτοβολίδα
να δεις
τίποτα απ` το μαύρο για μια στιγμή δε θα ισχύσει »

Του έρωτος ο υιός
και ο πατέρας
που έπλεκε τα στεγανά κλαδιά
να φράζει από ποταμούς την εσοδεία της άνοιξης

μα τα νερά πεπειραμένα υπέρβαση
όχθες πλημμύρα

μόνος
στερέωσα εξώθυρα σε υψηλό βοριά
ανέμισα τις χαραμάδες και διαπερνάς χλομός
για το ικανό των ημερών εχθρών που ηττήθηκα
ο λίγος
με λυπήθηκε ο θεός
είπε εσύ μοσχοβολάς καρφί και κυπαρίσσι ρίζα
να εκτρέφεις τον κατακόρυφο άνθρωπο
και μονόξυλο
μολύβι των νυχτών να σε μετακομίζει
κληρονομιά από την πρώτη εξ απαλών φορά

σκέψεις ερίζουν τα παλαιά δωμάτια
μα εσύ μονάχα από έναν υπαίθριο σταυρό δε λείπεις

πάντεψα τη μορφή σου
τον ερχομό
το όιιι σταμάτα φτάσαμε στην αυλή των γέλιων
ξεφορτώστε τα
κι έλειπες

αν μπορούσες θα σου φώναζα να τρέξεις
κι ας με διέσχιζες
και τρέχω εγώ τους γύρους τώρα του εαυτού
και πουθενά η Δευτέρα παρουσία

μίλησα λύγισμα κορφή
και ανάμεσό μας τόπος ιερός εσύ απροσπέλαστος
να με νικάς με ένα θάνατο
δε σκάλωσες ούτε ένα πρόσωπό σου σε προσόψιο
και του ξενυχτισμένου φεγγαριού δεν αποφάσισα ακόμα
ποιο δάχτυλο από τα εκλιπόντα θα με δείχνει

φύλλο
ενδύθηκα την πίκρα χλωροφύλλη
κι έγινε δάφνη που με μασάει
α μαντεύω δώρα απ` τη δική σου τη μεριά
σπασμένος δυοφορές
τη δεύτερη την ξέρω κι ας μην τη λέω επιστροφή
είναι εκεί που φέγγω στα σαράντα χτυπήματα του σκοταδιού

έλα, μη μου φωνάζεις μες στα μάτια
πότε σου δάνεισα τη φωνή μου;
εσύ ποτέ δεν ήξερες να κλαις για μένα
όταν δεκάξι έφευγα
γύρνα
όχι
και πίσω ολόσωμος ξανά ημερωμένος
άλλα θεριά δεν είχα πια κόντρα στην αγάπη

νυν εσαεί
διαμπερής νεκρώσιμης πομπής
με το υπόλοιπο κερί ανά χείρας
κόσκινος από υπερώο έως πέλμα
και ο μονόλογος διάλογος
και η μελισσοφάγος ανεμώνη σε ό,τι λιβάδι φύτρωσα

επάρατος διαδικασία
να σε καλώ για ένα χάδι θεραπείας
το λέω κενό
κι ας ακουστεί κοινό για κείνονε που σκέτα ακούει
για τον ωραίο τυφλό που σέρνω ακόμη στις πλαγιές μου
έστω για μια σου θέα

πρόσελθε
με το χαλινό του αλόγου
που ιππεύαμε χαρές και τα χέρια άλυσος
και το ένα μάγουλό μου λοξά στην πλάτη σου του ιδρώτα
πρόσφερνε
καλοκρασί από την κάνουλα του φθινοπώρου
τέτοια εποχή κατέβαιναν τα αμπέλια μας
ως τα ρηχά του γόνατου κι ως το φίλτρο τη σπαραγγιάς
γυμνοπατώντας σε τα αγκάθια θα αντρωθείς έλεγες
μην κλαις
και στις φωτιές μην απελπίζεσαι
λέβητα της καρδιάς μου

χείλι ανισόρροπο
ξέφτι σχοινί στην πιο επίσημη ακροβασία
μετρώ τα σταθμά που με κατάφεραν σπάσιμο βάρος

οΐ οΐ το πυρετί πανί και το ξίδι
κι η γούβα του μαξιλαριού υπέρχειλη της νύχτας
προς την άλλη πλευρά των αθανάτων έτρεμα πυξίδα
κι ό,τι μου δίναν έβλεπα οι πεθαμένοι
λιβανόρουχα και καταχείμωνο αγκαλιά
σε ένα μέτριο βαθύ και σ` ένα κέντρο στάχτη

διάφανος κατατίθεμαι της λύπης
ξεσκέπαστος θάλασσα να εννοώ
στα δεκάξι μαθαίνεις δρόμο τρελαίνοντας
αλλιώς δε νοείσαι
απόσταξης Σαββατόβραδο
και μεθυσμένο γυαλί
αντιστρεπτά προς εαυτόν
η οχιά ο μαίανδρος το ξεροπόταμο
κι ο φράχτης που βαστούσε τα θολά
έξω από τη ζωή μας πατέρα
άφαντος

σε ποια διεύθυνση ουρανού να στείλω
των βροχών τις μουσικές και των μικρών ωρών τον ξένο
Δύση δύση όπου κι αν δεις

κι αγιόκλημα



"Κυριακή
και μην τρομάζετε με την αγάπη
ισχυρός ο οπλισμός του ρόδου
σέπαλα όπως
αγνό πηγαίο άχραντο
πέταλα αθόρυβα
το κάπου αλλού αθάνατη ζωή
και κανένα σχήμα λόγου

στάξε με αγάπη
στάλα απ` το φως σου
κύμα και άστρο
κι άνεμο πλάσε με
κι αγιόκλημα
σε επεισόδιο νυχτερινό ελευθερίας
μήνα Αυγούστου
και λίγο πριν το τέλος Σεπτεμβρίου
ρίξε με άοπλο στων έλξεων τη μάχη
δίχως σωσίβιο στη Μάγχη των ματιών..."

Σ,Ξ
30.08.15
video

ΙΒΥΚΟΣ - μέρος Α!

"Παραμονεύανε ληστές πίσω απ` τα δέντρα
τα χρυσαφένια του σανδάλια

Το στεφάνι της άνοιξης, τη λύρα
αυτοί τι να τα κάμουν;"


video

Κοίτα



Κοίτα
μη ναυαγήσεις σε απόφαση σιωπής
νύχτα που κωπηλατώ
ολομόναχος τα δυο μου χέρια
κι εσείς πηγάδια μου ακάλυπτα
μη με καλείτε όχι τώρα
που τα μαύρα τριαντάφυλλα στην ακμή τους
έχω ταξίδι μακρινό να κάμω
σε γόνιμο παντέρημο
όπου τα ανθρώπινα υπόγεια
και τα φράγματα των φωνών
εκεί χτίζω ελαιώνες
με την ασπίδα τους εξοστρακίζω
τα τυφλά βέλη του μύχιου
κι η συνέπεια της πίκρας
καταπράσινο φύλλο

ω, ζώσα του μέλλοντος ποινή
πώς να γινόταν να μου ψιθύριζες
ένα δροσερό χατίρι στ` αυτί
ορμητικό υποσχέσεις
αλήθεια σου μιλάω
τι μ` έστειλες στους οπωρώνες της ερήμου
μόνο ένα μήλο δροσερό σου ζήτησα
κόκκινο απ’ όλες τις μεριές του ήλιου

ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΕΣ




 Ξάπλα  στηρίζει  η ύλη αθάνατο
στον αγκώνα της περισυλλογής
κι η χούφτα νευρική γεμάτη χώμα
σφίγγει σώμα πηλό ανεπάρκειας
με το βελούδο μάτι του ελαφιού
τσαλακωμένο