Κοίτα



Κοίτα
μη ναυαγήσεις σε απόφαση σιωπής
νύχτα που κωπηλατώ
ολομόναχος τα δυο μου χέρια
κι εσείς πηγάδια μου ακάλυπτα
μη με καλείτε όχι τώρα
που τα μαύρα τριαντάφυλλα στην ακμή τους
έχω ταξίδι μακρινό να κάμω
σε γόνιμο παντέρημο
όπου τα ανθρώπινα υπόγεια
και τα φράγματα των φωνών
εκεί χτίζω ελαιώνες
με την ασπίδα τους εξοστρακίζω
τα τυφλά βέλη του μύχιου
κι η συνέπεια της πίκρας
καταπράσινο φύλλο

ω, ζώσα του μέλλοντος ποινή
πώς να γινόταν να μου ψιθύριζες
ένα δροσερό χατίρι στ` αυτί
ορμητικό υποσχέσεις
αλήθεια σου μιλάω
τι μ` έστειλες στους οπωρώνες της ερήμου
μόνο ένα μήλο δροσερό σου ζήτησα
κόκκινο απ’ όλες τις μεριές του ήλιου