Το πρώτο μου σπίτι
πλάι στη μυρμηγκοφωλιά
μικρόπετρες και ξύλα
κι η στέγη του από
πεσμένο πλατανόφυλλο
τα δάπεδα
βρύα βελούδα

αχ καθαρόαιμο συναίσθημα
που δεν κρατιέσαι με τίποτα

τώρα
στα υψίπεδα των κτιρίων
στις ψαλμωδίες των πικρών βροχών
τώρα μες στην κακοκαιρία των ανθρώπων
και των σπασμένων κεραιών

...



«απόψε
που πηδώ
κύκνος ζεστός σε λίμνες άλλων ψαριών»

Αχ, είσαι και συ μια ανθρώπινη φωνή
αλλά με του πουλιού γλυκό το ράμφος
αλλά με των θυμάτων τις εισπράξεις

βάλτες στην άκρη,
πάντα απ’ το μέλλον
έρχεται η πείνα κι η ανέχεια
είναι η απρόσωπη συνάντηση με το ελθόν
αφού τώρα δεν υπάρχεις

άλλοτε κομιστής περισκοπίου
τι έφερα μαζί μου απ’ το Βοριά

τα βράδια
τα βράδια που σε ονειρεύομαι 
και τα χείλη μου που γνώρισες ξυπνούν
με απάνω λίγο χιόνι