λυπημένοι ως είθισται

   
Σάμπως και ξέρω να κλιθώ
 φοίτησα  δεύτερο πρόσωπο σε αντωνυμίες κτητικές
 κακώς
 θα μπορούσα με ένα δίπλωμα έρμαιων καταστάσεων
 να είχα τώρα την διασφάλιση τού όλα εν τάξει
μα σάμπως και ξέρω να μετρώ
 τρία δύο ένα χτες… να `σου το λάθος
α, άλλη φορά δεν πίνω βράδυ μέμνησο
 κι ούτε πλέον θα περιηγούμαι στάχτες φωτιές
 να με αποσύρει στα μετόπισθεν της ίασης
 με το φορείο των σεντονιών η αγρύπνια
αν πάλι δεν έχω τίποτα να κάμω
 θ` αρχίσω να μιλάω ως είθισται για τον καιρό
 οπότε θα καταλήξω σίγουρα στου παραμύθου την αρχή
 πρόφερα κάποτε με διάθεση αναμμένου τζακιού
«Μια φορά κι έναν καιρό…»
και βρέθηκα σε μιαν τεράστια αίθουσα αναμονής
 γεμάτη λυπημένους επιβάτες
και ω του θαύματος
 αναχωρούσαν από κει για το παλιό χαμόγελο
 ιπτάμενες σχεδίες των θεών
από φλοιό κανέλας