Αρπάχτηκα απάνω σου γιατί ήσουνα καράβι
τα λυπημένα μου  ποιήματα μισούσα  τα περίτεχνα
μες στα κεφάλαια πνιγμένος της γραφής
στων παραγράφων τις αποτυχημένες πτήσεις
έχανα  πάντα αιτίες κι αφορμές δεν τα κατάφερα

μ` εμπιστοσύνη επέστρεψα τα πέντε γράμματα
στο ταπεινό το ρήμα
τι είχανε λιώσει  τα παπούτσια μου στους δρόμους
 
ήσυχα από το κερί του δειλινού  ανάβω πυρκαγιές
λύνε κι εσύ τους κόμπους για να δεθώ
στην πρύμνη σου ακολουθούσα βάρκα
κι αν πάλι
το νου μου αργήσεις να ντυθείς 
ξέρεις εσύ πού θα τον βρεις
θα ξενυχτά και θα κρυώνει στην άκρη του βοριά
Πάρ` τον μαζί κι ελάτε




" Επιπλέεις; "
Από ψηλά μπάντα χτυπάει ο ήλιος
ξέμεινα ξέμεινα από κόσμο φωνάζει
κι ό,τι αγαπούσα μ` αγάπη το `καψα
δεν έχει αδέρφι ο ήλιος
γίνε του
να διανυκτερεύει τουλάχιστον
ένα απόκληρο φως
κι από ψωμί κι από νερό καλά
μα ένα χαμόγελο ανθρώπου
εγκόλπιο γενναιοδωρίας
κι εγώ κάποτε τώρα
γύριζα αλλού βλέμμα και σώμα
κι απ` των ανθρώπων τη μεριά κανείς
μαυριδερός στη μνήμη
κι ούτε φορά να με ρωτάει νυχτοπέλαγος
-Επιπλέεις;
-Με φωτιά βάρκα, του λέω
για τι θαρρείς...
με ορθοστασία και ποίηση
αστραφτές νύχτες πάρτες
αποταμίευα και φούσκωσαν τα βιβλιάρια
πόσα θες
πάρ΄τα σου λέω όλα για να μπορείς
ν` αδειάσεις το άδειο
χάρισμα είναι
για εύκολα να πλέεις με το σπαθί
και αιματηρά να μιλάς μα όχι παντού
στον τυχόντα που ό,τι βάζει ο νους του…
Αχ, μολύβι μου
μονόξυλο ναυάγιο
S.X


«αχ εσύ
ο δέκτης ο πομπός
της γλυκιάς πέτρας
η κρεμασμένη του άστρου
η ματωμένη των ανθρώπων
τι να σου στείλω;
ένα δάκρυ
μια χούφτα ελελίσφακο
απ` του κατακαλόκαιρου τα μέρη
ή έναν επίδεσμο των πληγών;
μη μου πικραίνεσαι
τα δάκρυα τα δικά μας
πάντα είχαν γεύση  Ανθρώπου..."



"Αξίζουμε μια λάβα στιγμή
να αποδοθούμε στο άγνωστο
εξατμισμένοι"

Έκπληκτος ...
αναγνώριζα όλους μου τους προγόνους
ήμουνα το ξαφνικά όλον
το πλήρες
ταχταριζόμουν στα γόνατά τους
ο ευτυχής γέλιο με ήλιο μεμαγμένο
μα τότε γιατί αυτό το παλαιό δάκρυ
πόσους αιώνες πνιγόταν η στάλα απελευθέρωσης
κόσμε κόσμε
σε αναποδογυρίζω στις σωστές διαστάσεις
να πέφτουν από τις τσέπες σου
τα χρυσά νομίσματα που μου χρωστάς
και τώρα
κατεξοχήν πλούσιος υπηρέτης σε τραπέζια γραφής
καλοπληρώνοντας το τελευταίο απελθέτω
δικαιολογώ την αιωνιότητα του δυόσμου
εις υγείαν του αληθούς
εις υγείαν του Ανθρώπου