Αρπάχτηκα απάνω σου γιατί ήσουνα καράβι
τα λυπημένα μου  ποιήματα μισούσα  τα περίτεχνα
μες στα κεφάλαια πνιγμένος της γραφής
στων παραγράφων τις αποτυχημένες πτήσεις
έχανα  πάντα αιτίες κι αφορμές δεν τα κατάφερα

μ` εμπιστοσύνη επέστρεψα τα πέντε γράμματα
στο ταπεινό το ρήμα
τι είχανε λιώσει  τα παπούτσια μου στους δρόμους
 
ήσυχα από το κερί του δειλινού  ανάβω πυρκαγιές
λύνε κι εσύ τους κόμπους για να δεθώ
στην πρύμνη σου ακολουθούσα βάρκα
κι αν πάλι
το νου μου αργήσεις να ντυθείς 
ξέρεις εσύ πού θα τον βρεις
θα ξενυχτά και θα κρυώνει στην άκρη του βοριά
Πάρ` τον μαζί κι ελάτε