«αχ εσύ
ο δέκτης ο πομπός
της γλυκιάς πέτρας
η κρεμασμένη του άστρου
η ματωμένη των ανθρώπων
τι να σου στείλω;
ένα δάκρυ
μια χούφτα ελελίσφακο
απ` του κατακαλόκαιρου τα μέρη
ή έναν επίδεσμο των πληγών;
μη μου πικραίνεσαι
τα δάκρυα τα δικά μας
πάντα είχαν γεύση  Ανθρώπου..."



"Αξίζουμε μια λάβα στιγμή
να αποδοθούμε στο άγνωστο
εξατμισμένοι"

Έκπληκτος ...
αναγνώριζα όλους μου τους προγόνους
ήμουνα το ξαφνικά όλον
το πλήρες
ταχταριζόμουν στα γόνατά τους
ο ευτυχής γέλιο με ήλιο μεμαγμένο
μα τότε γιατί αυτό το παλαιό δάκρυ
πόσους αιώνες πνιγόταν η στάλα απελευθέρωσης
κόσμε κόσμε
σε αναποδογυρίζω στις σωστές διαστάσεις
να πέφτουν από τις τσέπες σου
τα χρυσά νομίσματα που μου χρωστάς
και τώρα
κατεξοχήν πλούσιος υπηρέτης σε τραπέζια γραφής
καλοπληρώνοντας το τελευταίο απελθέτω
δικαιολογώ την αιωνιότητα του δυόσμου
εις υγείαν του αληθούς
εις υγείαν του Ανθρώπου