Κάθομαι ώρα τώρα
και την κοιτάω
φωτογραφία πικρή κι όλο
γυρνάει το μαύρο της ηχείο
και μου ορμάει
-Ξένε, άσε κάτω τη βαλίτσα…

Ich bin der Welt abhanden gekommen

Ich bin der Welt abhanden gekommen,
Mit der ich sonst viele Zeit verdorben,
Sie hat so lange nichts von mir vernommen,
Sie mag wohl glauben, ich sei gestorben!

Es ist mir auch gar nichts daran gelegen,
Ob sie mich für gestorben hält,
Ich kann auch gar nichts sagen dagegen,
Denn wirklich bin ich gestorben der Welt.

Ich bin gestorben dem Weltgetümmel,
Und ruh' in einem stillen Gebiet!
Ich leb' allein in meinem Himmel,
In meinem Lieben, in meinem Lied!

Friedrich Rückert (1788-1866)



Die Stadt
Du sprachst "Ich gehe in ein anderes Land, an eine andere Küste
Es findet sich eine andere Stadt, die besser ist als diese eben
Jeder meiner Mühen ist das Scheitern vorgegeben
und es ist mein Herz - als sei es tot - begraben
Wie lange noch verharren hier in Ödnis die Verstandesgaben
Wohin ich mein Auge wende, wohin ich auch schau
hier sehe ich nur meines Lebens schwarzen Trümmerbau,
welches ich so viele Jahre führte und verheerte und verwüste

Du findest keinen neuen Platz, findest keine anderen Küsten
Dir folgt die Stadt Durch die Straßen streifst du, unveränderlich
dieselben Und in selben Vierteln kommt das Alter über dich
und es wird in selben Häusern weiß dein Haar.
Dein Ziel liegt stets in dieser Stadt
Nach anderen Orten - Hoffnung fahr -
gibt es kein Schiff für dich und gibt es keine Straße
Wie du dein Leben hier verheert hast, in dem Maße
dieses kleinen Ecks,
so mußtest du es in der ganzen Welt verwüsten

νεαρό νερό μου

α κενός 
κι όμως πλήρης
από κει που προήλθα να ξέρω
Εκείνος Eγώ και η ρευστή
του άγνωστου Πανομοιότης

μα εσύ 
νεαρό νερό μου
ποια μοίρα απ` το νωρίς 
σου έδωσε να με αναγνωρίζεις
μιλάς για βροχές
για μαύρο μιλάς
εσύ η στιλπνή επιδερμίδα
Στο ξαναλέω, χαίρου τον ήλιο

φυγής



Φεύγω ολόσωμα μπροστά
με το σκοτεινό μου άλογο
Aφού δε γνέφει σβηστή φωτιά
ας παρηγορήσω με άλλα ξερόκλαδα
τη στάχτη
στάχτη το αθίγγανο στόμα
άρχισε κιόλας να καίει ανάσκελα
κλoτσώντας οξυγόνο φυγής
και καπνίζει η περιοχή κλειστά σύνορα

Σκοτεινό σκοτεινό μου άλογο
στην ασταθή σου ράχη
επιστρέφεις με στο μακριά τού εγγύς
με του προσκυνητή τη χαίτη χαμηλά
σε μάταιους ελιγμούς
ως η αδιέξοδη υποφορά μόνο γνωρίζει

Τα πράγματα τραγουδούν - Rainer Maria Rilke



Τα πράγματα τραγουδούν
Κι εγώ  τα ακούω τόσο ευχάριστα
Οι κουβέντες των ανθρώπων με φοβίζουν
Εκφράζονται τόσο ξεκάθαρα για όλα
Αυτό λέγεται σκυλί κι εκείνο λέγεται σπίτι
Εκεί είναι το τέλος εδώ είναι η αρχή

Με ανησυχεί κι η αίσθησή τους
Το παιχνίδι αυτό με την γελοιότητα
Που γνωρίζουν τα πάντα
Τι έγινε και τι θα γίνει
Ότι κανένα βουνό δεν είναι
Πιο όμορφο από τον κήπος τους
Και το έχει τους έχει άμεση σχέση με το θεό

Θέλω να σας προειδοποιήσω ν’ αμύνεστε
Μένετε πάντα  μακριά
Τα πράγματα τραγουδούν  τα ακούω τόσο ευχάριστα
Τα αγγίζετε κι μένουν ακίνητα και βουβά
Εσείς μου τα σκοτώνετε όλα


(απόδοση στα νεοελληνικά:
 Σωκράτης Ξένος)