" καθ΄ύψος του κεριού σου
να καίγεται η μέλισσα"


"Πάσχει αιωνιότητα
στήνει αυτί για έναν
ήχο σου άρτιον επιούσιο
και η ασύρματη επικοινωνία χώμα
τόσο δε βάρυναν άλλοτε τη χώρα της χλόης
τα λόγια του

λόγια πουλιά
αντιγραφές αρχαίων τοιχογραφιών
νεκρά πετούμενα
φτερά του λόγια
δε σύναψε οριστικό συμβόλαιο ποίημα
δεν υπογράφουν εύκολα οι μάταιες 

λέξεις την απόπειρα
που έτυχε και διάδρομος σε σύνορο νερού
και καμιά θάλασσα ασφαλής
μα εσύ απ` το βάθος του απογεύματος έλα
να αναγνωστείτε με τα χαμένα λεξιλόγια ..."

υποτροπιάζον ηλιοτρόπιο- ναμαμανα




14 Ιουλίου
               Αναγνώστης ο Νίκος Αϊβαλής

κι ακόμα



τυχαίνει
καθόλου στην τύχη
να σε έχω εδώ
με όλα τα σήματα πλοήγησης
ανεβοκατεβαίνοντας υδρόγεια κύματα
παρηγορία των ουσιωδών
κι αύριο και χτες
και εργάτες στην ταβέρνα του κόσμου
που κερνάει την πληρωμή
να στέλνουμε χορτάτα παιδιά για ύπνο
κι ύστερα ζωσμένοι την ποδιά της καρδιάς
να πλένουμε τα πιάτα των λυγμών
ως το ξημέρωμα του ανθρώπου...

όπου βοριάς

"όπου βοριάς δεν κοιμάμαι
βάζω το σώμα στήριγμα
και ένα λουλούδι για χειρολαβή
πιάσου και φύγαμε για τον παράδεισο..."

«…ανάθεμά σε νυστέρι
και πόσο ρευστά ακόμα να στο πει το πλευρό της ζωής μου
πώς αίμα
θαρρείς δε μαχαιρώνονται οι χαμένοι οι ουρανοί
ξέμεινα λήθη ορθογραφίας
κολνούσα λέξεις παρασύνθετος
δεν έβγαινa νόημα
ετρόμαξα εν σειρά να αποκατασταθώ
ανάθεμά σε πρώτο άστρο
ποιος σου `πε ότι έχω πια χέρια ζεστά να σε φτάνω
μιλώντας όνειρο
ως το αδικαιολόγητο απλώνω στο όνειρο
το `να μου χέρι κρύο πόμολο
το αριστερό ακόμα μέσα στα μαλλιά σου
ο νικημένος των ανθρώπων
και τι να στείλω
ένα δάκρυ
μια χούφτα ελελίσφακο απ` του κατακαλόκαιρου τα μέρη
ή έναν επίδεσμο πληγών
δώρα αγάπης δώρα παράφορα αργημένα
που με ρωτά η ευχή
κατ` ευχήν που σ` έχω μαζί μου


σε ξεσκεπάζω
ρολόι χειρός που δείχνει
την ώρα ματωμένου φεγγαριού
την Παναγιά πίσω απ΄τα ασήμια της κλαμένη"

...


"Χαράματα να φεύγεις
αφήνοντας πίσω τις σπασμένες αλυσίδες σου
σύξυλο το ζεστό το αχυρένιο στρώμα
Ω, Ελευ
μην περιμένεις το Πελιναίο να ’ρθει σε σένα"
Σ.Ξ

Ο Άγγελος


Χέρια
διάμετρο άνοιγε τα άγουρα φτερά
για να χωρέσει και τους δυο
κι όλο πλατάγιζε
για να λυγίσει τα σπαθιά τού χωρισμού τα λόγια

δεν ξαναείδαμε τα μάτια τα γιατί
τα απέσυρε
δίχως αντίο στη φυγή μια γονική διαμάχη

μα έλειπε από καιρό ο Άγγελος
ξενιτεμένος σε μια αλλιώτικη σιωπή
κι ας ήτανε μαζί μας

Σήμερα η Αλίσια ήτανε πάλι αφηρημένη
εκοίταζε την άδεια θέση πλάι της
κι όλο ένευε αρνητικά
σε μια βουβή δακρύβρεχτη συνομιλία

σε μια στιγμή έσκυψε
και σήκωσε απ’ το πάτωμα ένα λευκό πούπουλο

Κανείς δεν είδε που το ’κρυψε μες στη ζωή της