"ΠOTE"



Ποτέ δεν ντράπηκα τα δείπνα της Εκάτης
τα `χα διπλήν ανάγκη
και μες στη νύχτα της απόστασης που μας χωρίζει
ίσως να μην ακούγεται ευχαριστώ
μα το `χω πει πριν καν χορτάσω
και προς τα τέσσερα σημεία των πλούσιων αυτιών σας

Τώρα χορτάτος σταυροδρόμι
επιστρέφω πάλι
σκοτάδι προς δυσμάς

Λούστηκα από νωρίς τα διαλύματα της τέχνης
ύστερα τον καθρέφτη
το σώμα
κι είπα του αίματος να `ναι σε θέση μάχης
να μην ακινητοποιηθεί
τελικά τη γέλασα την επόμενη ζωή
με μιαν κορδέλα λύπης στα μαλλιά
ομόρφυνε τόσο μαβιά
όλο το πίσω φορτωμένος
παίρνω βαθιά ανάσα και φεύγω στον κόσμο
Μα
οπλίστηκα κρυμμένα νύχια;
δε θυμάμαι
φοβάμαι
κι ας μην είμαι ψηλά

Φραγμένα μου μάτια
μούσκεμα κάγκελα
ανοίξτε μου τώρα τον ξένο δρόμο
να οικτίρω όσο μπορώ τους αφρούς τα χρυσάνθεμα
που κηρύσσουν
πίσω απ` του νου μου τις φραγές λιβάνι

S.X

"καίτοι αποθανούσα έτι λαλεί"


Το σήμερα χώρα αδύναμη
κι έψαχνα ένα κύτταρο αντοχής
μια βιταμίνη ασύνθετη
να εκτονώσω το Εγώ
και πάλι με φόβο μη μ` αρπάξει ετούτο
το τρίκλωνο μαστίγιο απ` τα μούτρα
επήγα στης κοινής γιαγιάς μας
πού αλλού


κείνην την άγια αγκαλιά με στίχους και φιλιά
με τα σωσμένα μολύβια
και τα σπασμένα στα πόδια της δόξης αγάλματα
για μιαν αφή αιώνων δάχτυλα να ακουμπήσω
τον δείχτη τον μεγάλο και τον αντίχειρα
που ορίζουν τι άνοιγμα θα πάρουν οι λέξεις
στην ανάγνωση των ανθρώπων
ποια θα σηκώνει βουητό
ποια θα κρατάει γελαστικό καθρέφτη
ποια χάνει το δρόμο των υπέρων
κι ένα σωρό άλλες μέλισσες
που τους κηφήνες της γραφής ανέκαθεν
επέταγαν στο θάνατο

τα άλλα στέρφα από καιρό
όχι ότι στερούνταν μέγεθος και φύση
μα ποτέ τους δεν ανησύχησαν να πουν γιατί
μπερδεύουν τον αλγόριθμο των σκέψεων

Μόνο το δακτυλάκι με το λύγισμα
η λιανούλα η γέφυρα του στεναγμού
σαν που όταν σηκώνουμε ένα ποτήρι ζωής
σε στιγμές δημόσιας δίψας κι εξέχει η έσω ευγένεια
κατ` ουσίαν δείγμα ευαρέσκειας που τόσους έρωτες μετάγγισε
απ` το σώμα στην αιωνιότητα αυτό
ακόμα υψώνει μιαν αριστοκράτισσα αντίδραση
κι ιδίως τα χαράματα
που πρώτος ξυπνάει στην πλάτη ο πόνος

ξέχασα τον παράμεσο στ` αριστερό
μια τρίχα βέρα
στην τόση συνάφεια με τα βάσανα
είχε χαθεί το όνομα της εγχάρακτης αγάπης
μα διατηρούσε ακόμα χρυσό τον κύκλο της
Κάθε τόσο έσκυβε η γιαγιά μας
προσήλωνε εκεί το βλέμμα
πίσω μπρος -δεν ίσχυαν πια τα μέτρα του σαράφη-
έπλεε

Δεν άντεξα κι άνοιξα το παράθυρο
Δε μου `μαθαν την άνθια φθορά
αδάκρυτοι την ζούμε δίχως λύπη
εγώ ακόμα ων απαίδευτος
μόνο με μάτια έκλαιγα τη γηραιά ευτυχία
την ώρα που ο κόσμος γίνεται δωμάτιο
το δωμάτιο γίνεται γωνιά
να κουρνιάζει το πουλί το άλλο αίσθημα

Έσκυψα όλη τη ζωή μου να μ` αγγίξουν
τα ίχνη των πανσέληνων
οι φλούδες τα φεγγάρια της

Μιαν ανάγκη μόνο μίλησε
- Άφησέ μου το παράθυρο ανοιχτό
σαν φεύγεις...

Και δι' αυτού καίτοι αποθανούσα έτι λαλεί...

Στης μοναξιάς πηδώ την άμμο
με πέλματα κόκκινα μάτια
εμείς η έρημος
και τα ποτάμια της πρώην βάπτισής μας
θα χρειαστούμε τον αθώο ελέφαντα
που ξέρει να μυρίζει τα υπόγεια νερά
να `βρει το νάμα

τρις Ευρυδίκη




«... Άραγε να ‘σαι συ
στέγη στην άκρη του κόσμου
γιατί όταν βρέχει -και βρέχει συχνά-
γεμίζει μάτια ορφανά η νύχτα
σωρός τα θρύψαλα
τρύγος λεμόνια ομιλητικά »



Λυπήθηκα που μου `σβησε
χαράματα η βροχή
το τελευταίο μου τσιγάρο
κι όχι δεν ήσουν εσύ
που στέγνωνες τα χείλη
μήτε η μπαλάντα σου που τρέκλιζε στο χρόνο
μόνο που της ελπίδας τα περίπτερα
είναι κατάκλειστα αυτή την ώρα


Κοιτάω την ώρα
Σαββατόβραδο
Ήσυχα πίσω θα γυρίσω
να ανάψω τη φωτιά
γιατί η καρδιά μου τους παλμούς
στο κρύο τους κατέβασε
κι απόψε εγώ δεν είμ` εγώ
και πώς θα κοιμηθώ στο ίδιο το πλευρό
με έναν ξένο
εγώ δεν είμ` εγώ απόψε
τι όνομα να δώσω στον ξένο


μαζεύομαι στη γωνιά
αγκαλιάζω τα γόνατα σφιχτά σε σφίγγω
μίλα  λοιπόν
θα ακούσω όλη τη σιωπή
δυνάμωσε την ένταση πες


μιαν απουσία κραύγασε ο λυγμός
και μακριά μακριά
το ρολόι νυχτός στην ώρα του ακριβώς
τρις Ευρυδίκη