ΚΙΤΡΙΝΕΣ ΜΕΡΕΣ



πού ζεις
πού είσαι σώμα
ολόγυμνο να ξάπλωνες
σε πρωτοχτύπητο από ήλιο βράχο
να μη γυρεύεις θάνατο
μήτε σωσμό
μόνο της πέτρας θαλπωρή
κι άρωμα χλωροφύλλης
μονιάς αγκάθι που τρυπά
κι ανθίζει αίμα
κι όλα όλα μακριά
απ` τα γέλια του συρμού
κι έξω απ’ το θέμα

ρίξε όσα κέρματα χρωστάς
στις τσέπες των αχρείων
λύγα κοιμήσου ήσυχα