warte auf

Περίμενε
να οπλιστώ με ένα σκληρό αίμα
είν` ανάντεχα τα βράδια
που ξαγρυπνούν οι μέλισσες
περίμενε να οπλιστώ
σε ώριμη ώρα
συγκρούουν τα γένια τους τα στάχυα
και ξεκουφαίνουν τα μυρμήγκια
όπως η θητεία στο άβολο διδάσκει
μπαξέδες και ερήμους
και σφυρίγματα
τόσα κι ούτε ένα τρένο
μόνο βάδην διόδια
και η περιουσία της αυγής ανατρεπόμενο φορτίο
κι ο χρόνος αρπαγής
στου καβουριού το παραμόνεμα
φυσαλίδα αφρού και μάτι

ποιο βλέφαρο αναβλύζει
βουΐζει ποιο αυτί
ίσως πρωί πρωί από `να έτοιμο
να κλείσω δρομολόγιο υπερατλαντική φλέβα
μα είναι θολή ακόμα η πυξίδα μου
δε ρίχνω βάρκα


Fragile

λάβρα φορά το μαύρο κι η χαρά του
τρυγάει δάχτυλα λυγάει τις φωνές
κι αρθρώνεται το κυβερνείο των θαυμάτων
Τι εγώ;
 στην άκρη μακριά
ανάβω κάπου κάπου στο βοριά τον αναπτήρα μου
κι όταν τελειώνει η καρδιά και τα τσιγάρα
καίω χαρτιά και μέλλοντα ποιήματα
Μα να ΄ναι αυτό
που δε σφηνώνεται στα δόντια μας
ένας  γλυκός καρπός ο κόσμος
και καθαρίζουμε παλιές σαβάνες με φωτιές;
Δε θα μιλήσω  
Fragile γυαλικά τα λεκτικά μες στα συρτάρια μου
κι εγώ ακόμα εδώ στης άψης το χορό
άμμος ψιλή χοροπηδώ
στης ερημιάς το μάγουλο...