Στον Εκτώρ για τ` ασημένια του καρφιά και τα φτερά του λόγια



“Πίνω και ξαναπίνω σου
τη γύρα σου στους κόσμους
κι είν` το ποτή της έγνοιας σου
γυαλί γιγαντωμένο
που τρίζει μιαν κατάποση ποτάμι

σκοντάφτω καθιστός
σε επίπεδο πλακόστρωτο
πίσω και μπρος γυρνάω
με νύχι πένα
στο επτάχορδο που τέντωσες
δεμένο απ` τη μια στο στήθος των ανθρώπων
κι από την άλλη χάνεται εκεί που ο νους ορίζει
φως πάλλει μιαν ανασεμιά
και γινωμένο πικραμύγδαλο

να βλέπεις και να δεις
με μάτια περιούσια πριν την αυγή
και τους αγέρηδες
με ένα κoφτερό καράβι και να φεύγεις
βαθιά στων ποιητών τα βράδια
όχι δεν είναι μόνοι
μόνος μονάζω μοναξιά
με τόσα μολύβια του σπασμού κοντάρια
με τόσα καμένα δάχτυλα
τέλειες φάσεις ελλειπτικές
και με έναν άρνηση ουρανό
σε μιαν ερώτηση που τρώει
νωρίς τις απαντήσεις

ο που `χει γνώσης υλικό πνιγμένος μες στην ύλη
πόνος ανάσα μπρούμυτα με εκατό χταπόδια

λύνω και λύω και λύτρωση
λυτός δεμένος
από την άκρη των λυγμών
κι απ` τα μαστίγια της φωτιάς
περνάς και πας και δε γυρνάς
και πίσω ζυμάρι μέλλον μας αφήνεις”


Μ` εκτίμηση
Socrates Xenos