Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

πέτρινο κλάμα




Άσημο βότσαλο
που ’σκυψες κάποτε στο τίποτά του
κι έκαμε μες στη χούφτα σου
έναν ζεστό περίπατο αισθημάτων

από τότε παρακαλάει το κύμα
να μην το πάρει στα βαθιά
πιο κοντά στο καλοκαίρι σου να ’ναι

Μα αυτό το κρίμα  άγριο πράγμα
σπάει στην αλήθεια
γελάει στο θαύμα
Έχεις ακούσει πέτρινο κλάμα;

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

”Φοίβη”




Την τελευταία φορά σε έντυσα απόγεµα
Κι όπως φεύγοντας 
βάιζε ένας φόβος τη γη την καρδιά σου 
σε ονοµάτιζα Φοίβη
Μα πού σε έστελνα βλέµµα αλώσιµο
σε ποιον νύκτιο σαράφη
πού κορίτσι των ξένων Αυγούστων
που ο άγγελος
έλειπε απ’ τα παραπέτα των γεφυριών

Ως την άκρη της λήθης ήρθα µε µιαν Κυριακή
Δεν ήσουν
κι επιστρέψαµε δίχως φλούδα κόσµου
στα ανυπότακτα πλήκτρα

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

 
 Als ich fortging war die Straße steil,
kehr wieder um.
Nimm an ihrem Kummer teil,
mach sie heil.

Als ich fortging war der Asphalt heiß,
kehr wieder um.
Red ihr aus um jeden Preis,
was sie weiß.

Nichts ist unendlich, so sieh das doch ein.
Ich weiß du willst unendlich sein,
schwach und klein.
Feuer brennt nieder, wenns keiner mehr nährt.
Kenn ja selber, was dir heut widerfährt.
 
Als ich fortging war'n die Arme leer,
kehr wieder um.
Mach's ihr leichter einmal mehr,
nicht so schwer.

Als ich fortging kam ein Wind so schwach,
warf mich nicht um.
Unter ihrem Tränendach
war ich schwach.

Nichts ist unendlich, so sieh das doch ein.
Ich weiß du willst unendlich sein
schwach und klein.
Nichts ist von Dauer, was keiner recht will.
Auch die Trauer wird dann sein,
schwach und klein.


Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

“Δυόμισι ησυχίες και μια αναρρίχηση”




Τα πράγματα γύρω
Τα στόματά τους ταΐζω
Τσιγάρο καφέ
Και μέντα τεχνητή
Τον τοίχο μπροστά με το ημερολόγιο
Διάφρακτο δρομολόγιο 
Που δε μπορεί
Να με εμποδίσει διέλευση
Τζάμι
Κι έτυχε απέναντι
Να ψιχαλίζει ένα βάρος εργάτες
Ξυπνάνε χαράματα
Όχι
Δε διαμαρτυρήθηκαν ακόμα
Τ’ άλογα δάχτυλά μου
Ποδοβολητό του νου
Κι άνθρωπος γύρω
Καρέκλα κρεβάτι υπνοβάτης
Που ’χεις φύγει και συ
Επιρρεπής των διώξεων απουσιών
Είχες πυρετό απόψε
Έκαιγες στο τηλέφωνο
Κι όσο σε άκουγα
Είχα κλειδωθεί
Καρδιά του οβάλ ρολογιού
Που με μετρούσε
Δυο και μισή ησυχίες της νύχτας
Κι ο κισσός να ανηφορίζει στο σπίτι

Θα το βγάλω στην κουζίνα

© Socrates Xenos

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Δεν έχω



Δεν έχω τίποτα να σας κοινοποιήσω
μόνο που βρέχει πάλι
τρέχει αίμα στις γούρνες του ήλιου
στριγκιά ουρανός χαράματα άνοιξε
μια τρύπα ως το βάθος του λόγου
κι η ζωή μας δαγκώνει άσχημα την ουρά της
Βρέχει πάλι
μες στη μέση του φόβου
ένα παιδί σκούζει το μέλλον
κι η μάνα του με την πιο γάλα φωνή
ανοίγει τον καιρό το γυρίσει πίσω στη μήτρα
βρέχει πάλι
συμβούλια υπογραφές κι άπαρτες αποφάσεις
μπορεί και σαμπάνια δοξαστική
εις υγείαν της γης που τρεκλίζει
βρέχει πάλι
το γυμνό φανελάκι του έτους σχισμένο στα τρία
στα τέσσερα στα κονδύλια
κι η θάλασσα ίδια με το μαύρο φουστάνι

βρέχει πάλι
καλέστε το άδειο μεγάλο καράβι  
που σηκώνει τη νύχτα πανιά
μεσόγεια πορεία
για μιαν Kαρχηδόνα χαμένη


© Socrates Xenos