Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Παραχώρηση




Μου παραχώρησε το σπίτι της
να γράψω
δεν το ζήτησα
αλλ` ως στα μάτια της  έκαιγε ξένη φωτιά
το υποκατάστατο κέλυφος της παρουσίας της
ήταν μια λύση

η μυρωδιά του μ` έψαχνε πόρτα  πολλή
με τη μνήμη των κλειδιών ανά χείρας
όπως το τενεκεδένιο κουτί του καφέ
με γεύση πρωινού
και οι κουρτίνες κλειστές ακόμα
να φρουρούν το παλιό μας φως

κι όπως γλίστρησα
στο κάδρο της ανοξείδωτης  αγάπης
οι νύχτες ακόμα φυλακή
εκεί πεσμένα και τα σκουριασμένα δάκρυα

απηυδησμένα τα χαρτιά μου
παράβλεψαν τα χέρια μου
ετύλιξαν στα γρήγορα ρολό το παρελθόν
πριν νυχτώσει
με εγκατέλειπαν  έναν  έναν
στην ευθεία της μοναξιάς

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016




“Ενάλιο παράθυρο”

με βρέχεις εικόνα 
μισός σκοτεινός
κι ο άλλος υπόλοιπο
με του σύννεφου την πέτρα στο χέρι
δεν ξέρω πώς να βγω
με ποια λογική ανέμου
από τούτο το τετράγωνο

έμελλε να ζήσω
με μιαν απόσταση χεριών φεγγάρι μου
και αναπηδητά κάτω απ’ το δέντρο της σπουδής
να ’σουν τουλάχιστον σε προσιτό κλαδί
το βαρύ επιδόρπιο
με ουρανού υλικά να σκύβεις
διπλή πυρόσβεση και να συγκλίνεις
στη φωτιά

ματαίως
αγκίστρι
δίχτυ
ωμή παλάμη
και άλλους ό,τι βρω άρπαγες
απ’ το λαιμό να κατεβάζω το θεό
κι όλα μισά
κι όλο μισά να ανοίγω λόγια
με αθάνατα λυχνάρια τι δουλειά έχω
άναψα στα τσιγάρα μου ναρκωτικά σινιάλα
και ενάλιος στο παράθυρο
σ’ ευτυχισμένο χάλι βαφτίζομαι 
Αύγουστος

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

δροσερό νερό

Σα φεγγαράκι διάφανο
απ` τα φιλιά και την αγρύπνια
των χορών μικρών ωρών
κατρακυλά φτάνει στην πύλη
στύβει χυμό απ` το λυγμό
τ` ωραίο δάκρυ σου
διαγράφει την καμπύλη
στην κατηφόρα των παρειών

έλα μην κλαις
όπως παλιά στη ηττημένη μου αγκαλιά αφήσου
και τίποτα μη λες αποκοιμήσου
το παρελθόν που ξόδεψες αλλού
δένω δυο κόμπους
το πετώ στο χτες να μαραθεί
στης άμμου τις πτυχές μες στις ερήμους

τι καις λοιπόν να σε χαρώ
δες με λιγάκι
τον έρωτα με το χρυσό φτερό
στο διπλανό ρυάκι έχω στείλει
να φέρει δροσερό νερό

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

λυπημένοι ως είθισται

   
Σάμπως και ξέρω να κλιθώ
 φοίτησα  δεύτερο πρόσωπο σε αντωνυμίες κτητικές
 κακώς
 θα μπορούσα με ένα δίπλωμα έρμαιων καταστάσεων
 να είχα τώρα την διασφάλιση τού όλα εν τάξει
μα σάμπως και ξέρω να μετρώ
 τρία δύο ένα χτες… να `σου το λάθος
α, άλλη φορά δεν πίνω βράδυ μέμνησο
 κι ούτε πλέον θα περιηγούμαι στάχτες φωτιές
 να με αποσύρει στα μετόπισθεν της ίασης
 με το φορείο των σεντονιών η αγρύπνια
αν πάλι δεν έχω τίποτα να κάμω
 θ` αρχίσω να μιλάω ως είθισται για τον καιρό
 οπότε θα καταλήξω σίγουρα στου παραμύθου την αρχή
 πρόφερα κάποτε με διάθεση αναμμένου τζακιού
«Μια φορά κι έναν καιρό…»
και βρέθηκα σε μιαν τεράστια αίθουσα αναμονής
 γεμάτη λυπημένους επιβάτες
και ω του θαύματος
 αναχωρούσαν από κει για το παλιό χαμόγελο
 ιπτάμενες σχεδίες των θεών
από φλοιό κανέλας

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Γυαλένια (Ι)


 


Βιαζότανε να κοιμηθεί
τις νύχτες έσκαβε το στρώμα
για τον κουρασμένο της νεκρό
κι άμα εύρισκε μιαν ούγια
την άκρη απ` το καινούριο του σακάκι
τον τραβούσε απ` της λήθης το γεμάτο
ψηλά έως του θέλω τα πεδία

ολόκληρο τον ξέβγαζε
τίναζε τα μαύρα βήματα απ` τα πόδια του
γυάλιζε τα παπούτσια του
να αντιφέγγουν τ` άστρα
κι έφευγαν μαζί για το εφικτό του ονείρου
σφιχτά τον εκρατούσε ανάμεσα
σε κόσμον αδιάφορο πολύ
με τ` ουρανού της τα σχοινιά
και τα μετάξια των στιγμών τους να κρέμονται

διπλά ως τη φωτιά της ζάλης να κατεβαίνουν
κι ως τη φτέρνα τον αγκάλιαζε
μ` αχνούς καφέδες πρότερων πρωινών
μάτια μπακίρια και τον φιλούσε βαθιά βαθιά
ως το πάτο της πίκρας
μάζευε ύστερα πίσω με θυμό

το χυμένο το κρασί
σφράγιζε το λαιμό του μπουκαλιού μ` ένα κομμάτι κατωσέντονο
να μη ζαλίζεται από τη φόρα της χοής
κι έτρεχαν ξωπίσω τους και πάνω τους
τα χώματα και σκέπαζαν
τα μάρμαρα

φιλιά
τα δόντια

κι ως εγειρόταν τα χαράματα στην σπηλιάδα
της μιας της αναπόφευκτης αγάπης
ήταν τα χέρια της ξεραμένα βασιλικά
στο σκοτεινό της παλαιότητας που εγκαθιστούμε το θεό
να `χει άμεση πρόσβαση

στα ημερονύκτιa πρόσωπά μας
κι εκείνος έλειπε

έλειπε πλήρες φτερό αγγέλου
θρόισμα πρόσκρουση στα αχ των τοίχων
με το άδειο στις κώχες ανάστροφα


έσταζε βάρος το ταβάνι στα μοναχά της τα μαλλιά
ουράνιες τις φορές του ανάσκελου
που διαπραγματεύεται χαμένο από χέρι
μιαν ολιγόλεπτη απόπειρα αθανασίας
του ανθρώπου το ξεγέλασμα και καταδίκη
ώσπου ο τρελός ο βασιλέας ο νους

να πει στο σώμα εξόφλησες
ξάπλωσε τώρα στης θύμησης τον πονόδρομο
άκρη άκρη για να περνάνε ανενόχλητα
τα κύματα των πνευμονιών στο αύριο
να βάλω τάξη να αποκοιμίσω τα αίματα
να σε γλιτώσω κι από μένα

τότε είναι που μας φωνάζει πρώτο το νερό
με την υπόγεια υδραυλική φωνή του
σε δρομολόγιο μακρύ ξαγρύπνιας

μιαν απλωσιά όσο ποτήρι στο κομοδίνο δίπλα

νερό για δίψα
και δίψα για ζωή

εδώ που χάθηκες να ρθεις
κι εκεί που πας μην είσαι