"Εκεί που τα μαλλιά σου έκρυβαν τον ήλιο καίγεται το σκοτάδι κι εδώ η χούφτα του κεριού ταΐζει πορτοκάλια τον απέναντι τοίχο" Σ.Ξ
Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015
Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015
γράμμα απόσπασμα 2
"…σου αφήνω
απάνω στης νύχτας το τραπέζι
φλούδα πορτοκαλιού και ζάχαρη
αγορασμένη απ` τα παζάρια του ήλιου
άναψε των δακτύλων τη φωτιά
με της πηγής σου το νερό
να φτιάξεις ένα κομμάτι αύριο
δίχως τη γεύση του χιονιού..."
τέτοια λόγια αυτοκόλλησα
απέναντι
στο ανθοπωλείο τοίχο των βραδιών μου
και ακούω τα τρένα
να σφυρίζουν σπασμένες χειραψίες
και βρέχει πάλι
ανίκανες βροχές αποτυχίες
που κανένα μυστικό των θεών
δεν μπόρεσαν να κατεβάσουν ως εδώ
στο περιθώριο
να ξεφυτρώσει απ` την αρχή η ζωή μας
Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015
«μοιραία στροφή μας κρύβει
φανερωμένους ολόκληρους στον καιρό»
και να `μαστε πάλιφανερωμένους ολόκληρους στον καιρό»
διηνεκείς εραστές
τα ουδέν στο μονιμότερο του προσωρινού
κάποτε το παρελθόν
κάποτε το μέλλον
πάντοτε η αμφίστομη λέξη
δεν είχα χτίσει τη γωνία που θα με στρίψει
εγκαίρως
ακάλυπτος μόνος
και μετά τη στερνή μας χειραψίαα
απομακρυνόμουν κλάμα ταχύ
αν δεν καταλάβει, έλεγα, αν δεν καταλάβει…
αιώνες
πήρα από ένα μετά την απάντηση
”…δεν έφυγα ώσπου χάθηκες ..” με τη σβησμένη φωτιά
όπως εξαντλημένο μαγνητικού πεδίου
Πλάτη φεύγει η αγάπη
με σηκωμένο το γιακά
και αβάσταχτα αργά
με τα άγια των ερειπίων ανά χείρας
τώρα
επερχόμενος από άλλες διόδους καταφτάνω
άσπονδος δαμαστής των ευλυγισιών
πάνω στο σύρμα των συναισθημάτων
τρώω πίνω τα ακροβατικά
γλείφω τα δάχτυλά μου ως την άκρια της βροχής
αλητείας σφυρίγματα περιφέρομαι
με του λωτού τη γύμνια
στις ράχες άλλων Καρουσέλ
κύκλος κύκλου
και καύσιμος γύρος του αθανάτου
τώρα εγώ
ο λάτρης της στερεότητας των ματαίων
στου νου τη φυγόκεντρο εγκαταλείπομαι
άγανο
στα λευκά πλήκτρα των δοντιών
στα ελαιοτριβεία ξένων σωμάτων
Κύκλος κύκλου
δίχως μεσάζοντες εργασιών
στην είσοδο των οφθαλμών πληρώνοντας
νόμισμα σκληρό για μια ζάλη
των παλιών σου αρωμάτων
Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015
Πουλί των κεραυνών
Kαι τι να σου σφυρίξω εγώ
το ράμφος της φοβίας
θα σου μιλώ
με των βροχών τα τεντωμένα νήματα
και μια ζεστή φωνή
άλλα μολύβια γιατρικά δεν έχω
βάζε εσύ κάπου κάπου
τελεία εκεί που δακρύζουνε οι λέξεις
να προστατέψουμε την καρδιά μας
και πες για τις γραφές
αν δεν πέσεις φύλλο κίτρινο
απ` του αγέρα το κλαδί στο χώμα
δε διασχίζεις φθινόπωρα
Kαι τι να σου σφυρίξω εγώ
το ράμφος της φοβίας
θα σου μιλώ
με των βροχών τα τεντωμένα νήματα
και μια ζεστή φωνή
άλλα μολύβια γιατρικά δεν έχω
βάζε εσύ κάπου κάπου
τελεία εκεί που δακρύζουνε οι λέξεις
να προστατέψουμε την καρδιά μας
και πες για τις γραφές
αν δεν πέσεις φύλλο κίτρινο
απ` του αγέρα το κλαδί στο χώμα
δε διασχίζεις φθινόπωρα
Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015
Meer
Meer
Aufgeladenes Meer
Mit den Blicken und Körper
Und andere Boote auch
Alle vollen Des Wassers
Des Weges Das Licht
Aber Wir sind Wasser
Wir Und was wir schlagen vor
Tage oder Nächte
Feuer oder Asche
Beruhige dich
Meine tiefe Liebe
Mit weißer Purpurroter
und hellblauer Welle
Und ich
Ein verfügbarer Körper
Ich bin dein, so viel wie
Niemand wagte zu ertrinken
Aufgeladenes Meer
Mit den Blicken und Körper
Und andere Boote auch
Alle vollen Des Wassers
Des Weges Das Licht
Aber Wir sind Wasser
Wir Und was wir schlagen vor
Tage oder Nächte
Feuer oder Asche
Beruhige dich
Meine tiefe Liebe
Mit weißer Purpurroter
und hellblauer Welle
Und ich
Ein verfügbarer Körper
Ich bin dein, so viel wie
Niemand wagte zu ertrinken
Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015
Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015
Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015
Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015
μονόλογος διάλογος
« σκάω αυτόχθονη φωτοβολίδα
να δεις
τίποτα απ` το μαύρο για μια στιγμή δε θα ισχύσει »
Του έρωτος ο υιός
και ο πατέρας
που έπλεκε τα στεγανά κλαδιά
να φράζει από ποταμούς την εσοδεία της άνοιξης
μα τα νερά πεπειραμένα υπέρβαση
όχθες πλημμύρα
μόνος
στερέωσα εξώθυρα σε υψηλό βοριά
ανέμισα τις χαραμάδες και διαπερνάς χλομός
για το ικανό των ημερών εχθρών που ηττήθηκα
ο λίγος
με λυπήθηκε ο θεός
είπε εσύ μοσχοβολάς καρφί και κυπαρίσσι ρίζα
να εκτρέφεις τον κατακόρυφο άνθρωπο
και μονόξυλο
μολύβι των νυχτών να σε μετακομίζει
κληρονομιά από την πρώτη εξ απαλών φορά
σκέψεις ερίζουν τα παλαιά δωμάτια
μα εσύ μονάχα από έναν υπαίθριο σταυρό δε λείπεις
πάντεψα τη μορφή σου
τον ερχομό
το όιιι σταμάτα φτάσαμε στην αυλή των γέλιων
ξεφορτώστε τα
κι έλειπες
αν μπορούσες θα σου φώναζα να τρέξεις
κι ας με διέσχιζες
και τρέχω εγώ τους γύρους τώρα του εαυτού
και πουθενά η Δευτέρα παρουσία
μίλησα λύγισμα κορφή
και ανάμεσό μας τόπος ιερός εσύ απροσπέλαστος
να με νικάς με ένα θάνατο
δε σκάλωσες ούτε ένα πρόσωπό σου σε προσόψιο
και του ξενυχτισμένου φεγγαριού δεν αποφάσισα ακόμα
ποιο δάχτυλο από τα εκλιπόντα θα με δείχνει
φύλλο
ενδύθηκα την πίκρα χλωροφύλλη
κι έγινε δάφνη που με μασάει
να μαντεύω δώρα απ` τη δική σου τη μεριά
σπασμένος δυο φορές
τη δεύτερη την ξέρω κι ας μην τη λέω επιστροφή
είναι εκεί που έφεγγα
στα σαράντα χτυπήματα του σκοταδιού
έλα, μη μου φωνάζεις μες στα μάτια
πότε σου δάνεισα τη φωνή μου;
εσύ ποτέ δεν ήξερες να κλαις για μένα
όταν δεκάξι έφευγα
γύρνα
όχι
κι ύστερα αίσω ολόσωμος ξανά ημερωμένος
άλλα θεριά δεν είχα πια κόντρα στην αγάπη
νυν εσαεί
διαμπερής νεκρώσιμης πομπής
με το υπόλοιπο κερί ανά χείρας
κόσκινος από υπερώο έως πέλμα
και ο μονόλογος διάλογος
και η μελισσοφάγος ανεμώνη σε ό,τι λιβάδι φύτρωσα
επάρατος διαδικασία
να σε καλώ για ένα χάδι θεραπείας
το λέω κενό
κι ας ακουστεί κοινό για κείνονε που σκέτα ακούει
για τον ωραίο τυφλό που σέρνω ακόμη στις πλαγιές μου
έστω για μια σου θέα
πρόσελθε
με το χαλινό του αλόγου
που ιππεύαμε χαρές και τα χέρια άλυσος
και το ένα μάγουλό μου λοξά στην πλάτη σου του ιδρώτα
πρόσφερνε
καλοκρασί από την κάνουλα του φθινοπώρου
τέτοια εποχή κατέβαιναν τα αμπέλια μας
ως τα ρηχά του γόνατου κι ως το φίλτρο τη σπαραγγιάς
γυμνοπατώντας σε τα αγκάθια θα αντρωθείς έλεγες
μην κλαις
και στις φωτιές μην απελπίζεσαι
λέβητα της καρδιάς μου
χείλι ανισόρροπο
ξέφτι σχοινί στην πιο επίσημη ακροβασία
μετρώ τα σταθμά που με κατάφεραν σπάσιμο βάρος
οΐ οΐ το πυρετί πανί και το ξίδι
κι η γούβα του μαξιλαριού υπέρχειλη της νύχτας
προς την άλλη πλευρά των αθανάτων έτρεμα πυξίδα
κι ό,τι μου δίναν έβλεπα οι πεθαμένοι
λιβανόρουχα και καταχείμωνο αγκαλιά
σε ένα μέτριο βαθύ και σ` ένα κέντρο στάχτη
διάφανος κατατίθεμαι της λύπης
ξεσκέπαστος θάλασσα να εννοώ
στα δεκάξι μαθαίνεις δρόμο τρελαίνοντας
αλλιώς δε νοείσαι
απόσταξης Σαββατόβραδο
και μεθυσμένο γυαλί
αντιστρεπτά προς εαυτόν
η οχιά ο μαίανδρος το ξεροπόταμο
κι ο φράχτης που βαστούσε τα θολά
έξω από τη ζωή μας πατέρα
άφαντος
σε ποια διεύθυνση ουρανού να στείλω
των βροχών τις μουσικές και των μικρών ωρών τον ξένο
Δύση δύση όπου κι αν δεις
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

