Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

δροσερό νερό

Σα φεγγαράκι διάφανο
απ` τα φιλιά και την αγρύπνια
των χορών μικρών ωρών
κατρακυλά φτάνει στην πύλη
στύβει χυμό απ` το λυγμό
τ` ωραίο δάκρυ σου
διαγράφει την καμπύλη
στην κατηφόρα των παρειών

έλα μην κλαις
όπως παλιά στη ηττημένη μου αγκαλιά αφήσου
και τίποτα μη λες αποκοιμήσου
το παρελθόν που ξόδεψες αλλού
δένω δυο κόμπους
το πετώ στο χτες να μαραθεί
στης άμμου τις πτυχές μες στις ερήμους

τι καις λοιπόν να σε χαρώ
δες με λιγάκι
τον έρωτα με το χρυσό φτερό
στο διπλανό ρυάκι έχω στείλει
να φέρει δροσερό νερό

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

λυπημένοι ως είθισται

   
Σάμπως και ξέρω να κλιθώ
 φοίτησα  δεύτερο πρόσωπο σε αντωνυμίες κτητικές
 κακώς
 θα μπορούσα με ένα δίπλωμα έρμαιων καταστάσεων
 να είχα τώρα την διασφάλιση τού όλα εν τάξει
μα σάμπως και ξέρω να μετρώ
 τρία δύο ένα χτες… να `σου το λάθος
α, άλλη φορά δεν πίνω βράδυ μέμνησο
 κι ούτε πλέον θα περιηγούμαι στάχτες φωτιές
 να με αποσύρει στα μετόπισθεν της ίασης
 με το φορείο των σεντονιών η αγρύπνια
αν πάλι δεν έχω τίποτα να κάμω
 θ` αρχίσω να μιλάω ως είθισται για τον καιρό
 οπότε θα καταλήξω σίγουρα στου παραμύθου την αρχή
 πρόφερα κάποτε με διάθεση αναμμένου τζακιού
«Μια φορά κι έναν καιρό…»
και βρέθηκα σε μιαν τεράστια αίθουσα αναμονής
 γεμάτη λυπημένους επιβάτες
και ω του θαύματος
 αναχωρούσαν από κει για το παλιό χαμόγελο
 ιπτάμενες σχεδίες των θεών
από φλοιό κανέλας

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Γυαλένια (Ι)


 


Βιαζότανε να κοιμηθεί
τις νύχτες έσκαβε το στρώμα
για τον κουρασμένο της νεκρό
κι άμα εύρισκε μιαν ούγια
την άκρη απ` το καινούριο του σακάκι
τον τραβούσε απ` της λήθης το γεμάτο
ψηλά έως του θέλω τα πεδία

ολόκληρο τον ξέβγαζε
τίναζε τα μαύρα βήματα απ` τα πόδια του
γυάλιζε τα παπούτσια του
να αντιφέγγουν τ` άστρα
κι έφευγαν μαζί για το εφικτό του ονείρου
σφιχτά τον εκρατούσε ανάμεσα
σε κόσμον αδιάφορο πολύ
με τ` ουρανού της τα σχοινιά
και τα μετάξια των στιγμών τους να κρέμονται

διπλά ως τη φωτιά της ζάλης να κατεβαίνουν
κι ως τη φτέρνα τον αγκάλιαζε
μ` αχνούς καφέδες πρότερων πρωινών
μάτια μπακίρια και τον φιλούσε βαθιά βαθιά
ως το πάτο της πίκρας
μάζευε ύστερα πίσω με θυμό

το χυμένο το κρασί
σφράγιζε το λαιμό του μπουκαλιού μ` ένα κομμάτι κατωσέντονο
να μη ζαλίζεται από τη φόρα της χοής
κι έτρεχαν ξωπίσω τους και πάνω τους
τα χώματα και σκέπαζαν
τα μάρμαρα

φιλιά
τα δόντια

κι ως εγειρόταν τα χαράματα στην σπηλιάδα
της μιας της αναπόφευκτης αγάπης
ήταν τα χέρια της ξεραμένα βασιλικά
στο σκοτεινό της παλαιότητας που εγκαθιστούμε το θεό
να `χει άμεση πρόσβαση

στα ημερονύκτιa πρόσωπά μας
κι εκείνος έλειπε

έλειπε πλήρες φτερό αγγέλου
θρόισμα πρόσκρουση στα αχ των τοίχων
με το άδειο στις κώχες ανάστροφα


έσταζε βάρος το ταβάνι στα μοναχά της τα μαλλιά
ουράνιες τις φορές του ανάσκελου
που διαπραγματεύεται χαμένο από χέρι
μιαν ολιγόλεπτη απόπειρα αθανασίας
του ανθρώπου το ξεγέλασμα και καταδίκη
ώσπου ο τρελός ο βασιλέας ο νους

να πει στο σώμα εξόφλησες
ξάπλωσε τώρα στης θύμησης τον πονόδρομο
άκρη άκρη για να περνάνε ανενόχλητα
τα κύματα των πνευμονιών στο αύριο
να βάλω τάξη να αποκοιμίσω τα αίματα
να σε γλιτώσω κι από μένα

τότε είναι που μας φωνάζει πρώτο το νερό
με την υπόγεια υδραυλική φωνή του
σε δρομολόγιο μακρύ ξαγρύπνιας

μιαν απλωσιά όσο ποτήρι στο κομοδίνο δίπλα

νερό για δίψα
και δίψα για ζωή

εδώ που χάθηκες να ρθεις
κι εκεί που πας μην είσαι


 

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

ώριμη πέτρα

Είναι μια μαύρη μια άσπρη μάνα
κι ανάμεσά τους μια αγκαλιά
μες στου καιρού τα χώματα
σκάβουν λαγούμι
την άνοιξη σέρνουν από τα πόδια
στα σύνορα διασποράς του πόνου

και τ` ουρανού η πόρτα η παλιά
κατάκλειστη να ακούει
Είναι μια κίτρινη μια κόκκινη μάνα
μακριά
δίχως του αύριου κομπόδεμα
διαστολές κόρες θεριά
μέσα στους κύκλους του φόβου
με χέρια τους ακίνητα
αναδεύουνε το νου μας
και γω σε αθέατο μπαλκόνι σεργιανώ
πατάρι υγρό και τρία δάχτυλα
άλλο μαχαίρι δεν έχω
να κόβω στο χαρτί απόπνοια θανάτου
τοίχε μου
κραύγασε
και πάψε επιτέλους να δακρύζεις
μας έπνιξε το ανερμήνευτο το διάφανο
κι όσο νυχτώνει
πες του να μη προσμένει του κεριού
δε θα τ` ανάψω
χόρτασα από σιγανές φωτιές υπομονή που θρέφουν
ώριμη πέτρα στ` αριστερό κρατώ
κι απ` τ` ανοιχτό παράθυρο
το ξέγνοιαστο του κόσμου στόχος

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

"Παγκόσμιο δάκρυ"


Ποτέ που ζούμε ο κόσμος
δεν είν` αυτός ο κόσμος των ανθρώπων
σούρουπο μέτωπο
δυο λέξεις θλιβερές
για κάτι αφτέρουγα πουλιά 

που σπαρταρούν
στην κίτρινη χερσόνησο των κρότων


στα όνειρα μόνο ψηλαφίζουμε τους κόμπους
και τα πισθάγκωνά μας λύνουμε σχοινιά
τότε η άνοιξη βγαίνει στους δρόμους
με όλα τα δέντρα τις σημαίες
θρόισμα παραλήρημα
που ανοίγει ορίζοντα με χαρακιές
εκεί που ξύνουν τo βελούδο τους
τα πληγωμένα ελάφια
να τρέχει δάκρυ καθαρό
παγκόσμιο δάκρυ
με την συγκατάθεση του ήλιου
να ξαναξεχειλίζουν
τα πικρά φρέατα των αιώνων

Σπάζοντας τα παράθυρα της ρέμβης
κοιτάμε απέναντι
στον εαυτό μας μέσα

S.X "ΣΗΜΥΔΕΣ"

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

γράμμα απόσπασμα 2


"…σου αφήνω
απάνω στης νύχτας το τραπέζι
φλούδα πορτοκαλιού και ζάχαρη 

αγορασμένη απ` τα παζάρια του ήλιου
άναψε των δακτύλων τη φωτιά

με της πηγής σου το νερό
να φτιάξεις ένα κομμάτι αύριο
δίχως τη γεύση του χιονιού..."

τέτοια λόγια αυτοκόλλησα
απέναντι
στο ανθοπωλείο τοίχο των βραδιών μου
και ακούω τα τρένα
να σφυρίζουν σπασμένες χειραψίες

και βρέχει πάλι
ανίκανες βροχές αποτυχίες
που κανένα μυστικό των θεών
δεν μπόρεσαν να κατεβάσουν ως εδώ
στο περιθώριο
να ξεφυτρώσει απ` την αρχή η ζωή μας

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

«μοιραία στροφή μας κρύβει
φανερωμένους ολόκληρους στον καιρό»
και να `μαστε πάλι
διηνεκείς εραστές
τα ουδέν στο μονιμότερο του προσωρινού
κάποτε το παρελθόν
κάποτε το μέλλον
πάντοτε η αμφίστομη λέξη

δεν είχα χτίσει τη γωνία που θα με στρίψει
εγκαίρως
ακάλυπτος μόνος
και μετά τη στερνή μας χειραψίαα
απομακρυνόμουν κλάμα ταχύ
αν δεν καταλάβει, έλεγα, αν δεν καταλάβει…
αιώνες
πήρα από ένα μετά την απάντηση
”…δεν έφυγα ώσπου χάθηκες ..” με τη σβησμένη φωτιά
όπως εξαντλημένο μαγνητικού πεδίου

Πλάτη φεύγει η αγάπη
με σηκωμένο το γιακά
και αβάσταχτα αργά
με τα άγια των ερειπίων ανά χείρας

τώρα
επερχόμενος από άλλες διόδους καταφτάνω
άσπονδος δαμαστής των ευλυγισιών
πάνω στο σύρμα των συναισθημάτων
τρώω πίνω τα ακροβατικά
γλείφω τα δάχτυλά μου ως την άκρια της βροχής
αλητείας σφυρίγματα περιφέρομαι
με του λωτού τη γύμνια
στις ράχες άλλων Καρουσέλ
κύκλος κύκλου
και καύσιμος γύρος του αθανάτου
τώρα εγώ
ο λάτρης της στερεότητας των ματαίων
στου νου τη φυγόκεντρο εγκαταλείπομαι
άγανο
στα λευκά πλήκτρα των δοντιών
στα ελαιοτριβεία ξένων σωμάτων
Κύκλος κύκλου
δίχως μεσάζοντες εργασιών
στην είσοδο των οφθαλμών πληρώνοντας
νόμισμα σκληρό για μια ζάλη
των παλιών σου αρωμάτων

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Πουλί των κεραυνών
Kαι τι να σου σφυρίξω εγώ
το ράμφος της φοβίας
θα σου μιλώ
με των βροχών τα τεντωμένα νήματα
και μια ζεστή φωνή
άλλα μολύβια γιατρικά δεν έχω
βάζε εσύ κάπου κάπου
τελεία εκεί που δακρύζουνε οι λέξεις
να προστατέψουμε την καρδιά μας
και πες για τις γραφές
αν δεν πέσεις φύλλο κίτρινο
απ` του αγέρα το κλαδί στο χώμα
δε διασχίζεις φθινόπωρα

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Meer

Meer
Aufgeladenes Meer
Mit den Blicken und Körper
Und andere Boote auch
Alle vollen Des Wassers
Des Weges Das Licht
Aber Wir sind Wasser
Wir Und was wir schlagen vor
Tage oder Nächte
Feuer oder Asche

Beruhige dich
Meine tiefe Liebe
Mit weißer Purpurroter
und hellblauer Welle
Und ich
Ein verfügbarer Körper
Ich bin dein, so viel wie
Niemand wagte zu ertrinken