"είσαι"


Είσαι στη λειτουργία της ζωής μου μέσα

λιανό κεράκι πλάι μου κρατάς

κι όλο υψώνεις τα θέλω στο Θεό


μα δε μιλάω σε ώρες μετάγγισης

δεν ξέρω ποιο σώμα

αφού η αγάπη δεν είναι για αποταμίευση

είμαι ανοιχτά και τις Κυριακές



© Σωκράτης Ξένος

                     

    "σε φίλο ποιητή"


    Β
    λέμμα ευθύ χαμηλωμένο

    με την ομολογία μαλωμένο
    που στην ουσία καταλήγει
    είναι πολλοί οι λίγοι
    που αγρυπνούν σε τούτο το ξενύχτι

    μείνε κοντά και φως αριστερά
    να ανασύρουμε απ΄το βυθό λίγη χαρά
    έι οπ εσύ σύνθημα απλό
    και γω κουπί διπλό
    μη χαλαρώσει αποτυχία το δίχτυ


    © Σωκράτης Ξένος

                       

      λυμένο βλέμμα


      Σύννεφα μακριά ως την αρχή

      απάρτιζαν την περισυλλογή μου

      κι ύστερα οι πρώτες σταγόνες

      σημαντικά ειδοποιητήρια των καταιγίδων

      κι ο νους που αγριεύει καταπάνω μας

      μα ποια σχεδία

      επέστρεψε στο δάσος της αρτιμελής


      εικόνες μονάχες μοναχές

      καλόγερος καλός με δίχως όρθρο

      κι εσύ η αστροφερτή

      πίσω απ’ την πεντελική ουρανότητα

      διατάσσοντας μες στο κενό

      πόσο αγαπούν οι άνθρωποι

      μετά το θάνατο να δεις τι θάνατο έχει

      που με ξεγέλασες με μιαν αθανασία

      και το σπασμένο το φτερό μου

      εμπράγματο δικαίωμα εδώ

      να μη μ’ αφήνει να σε λέω λιγότερο από άγγελο

      μες στα ευτυχεία

      τα ατομικά τα κολαστήρια

      παθαίνοντας το λυμένο κουπί και το βλέμμα

      σε ψάχνω

      Κοίτα μη δεν υπάρχεις



      © Σωκράτης Ξένος


                         

        Ευλογία



        Αν δε γυαλίζεις

        μπορεί να αυτοβρίσκεσαι στις σκοτεινές στιγμές σου

        -κι ύστερα αναγνώσιμος κι από άλλους-

        ν΄ αυξάνεις διάμετρο μέσα στην τέλεια αφέλεια

        τη βεβαιότητα του τίποτα


        αρχή εκ του μηδενός συν κάτι αναγκαία

        και θεμέλια ευτυχία γραπτού να μην υπάρχει

        είναι η ισορροπία της μοναξιάς σε μορφή σκόνης κόσμου


        αχ, η γαληνότατη τρικυμία και συ

        έρμαιο πανί Ιμαλαΐων σε ανύπαρκτους θεούς


        ας μην παραεξηγήσουμε την άφατη λειτουργία

        φτάνοντας στην απελπισία εισπνέεις ύψος

        αίτια κι αιτιατά κι όλα σου τα πλάσματα

        αφομοιωμένα γραμμικά ηλεκτρικών σπινθήρων

        γράφοντας γλώσσα


        πρόσχημα

        μιας πιθανής συγκατάβασης

        μα ο λόγος, συναφής του σκοπού, συνήθως

        δε φτάνει στο στόχο

        όσο πλησιάζεις απομακρύνεσαι

        κι όσο τρέχεις τόσο ακίνητος

        όπως στους διωγμούς των ονείρων

        με τα κομμένα γόνατα


        δεν υφίσταται σχάση, δεν υπάρχει νομολόγιο

        τσεκούρι που λυπάσαι πλήθος ωραίων δέντρων

        κι εκείνα γειωμένα σε επίτευξη καρπού

        να μην έχουν ιδέα από τέτοιες αυταπάτες

        Μα αν υποψιάζονταν από σύσσωμες αντιστάσεις

        δε θα ’μενε ξυλοκόπος όρθιος




        © Σωκράτης Ξένος


                           

          Το άλφα πράο



          (Το πιάνο μου το λένε γραφομηχανή. Ν.Καρούζος)

          Το άλφα πράο με τα μεγάλα μάτια της αγελάδας του κόσμου που το γέννησε. Από αρχή αστέρι κι αριθμό. Ομορφιά δεν υπήρξε πριν από τη λέξη της. Ούτε αδελφός απόκρυψη κι αλάτι. Περιφέρονταν τα πράγματα λυτά που από το σκαλάκι της γλώσσας είναι αδύνατον να φανταστείς το πριν. Κάπως ν' αρχίσει κανείς σαν το πρωτάκι που γυρίζει πρώτο μεσημέρι σπίτι του κι έχει ένα άλφα μόνο περιουσία. Άλφα ανάγνωση κι από αγάπη. Από αγάπη μόνο. Από αγάπη.


          από τα "Μικροκείμενα"

          Γιώργος Μίχος


                             

            Αΐραμ



            Δε χρειάζομαι το βοριά να κρυώνω Αΐραμ
            δε χρειάζομαι κανένα βοριά

            απ’ τη μεριά που θυμάμαι συνήθισα
            να ’χει θέα νησιού και να φυσάει
            γυμνός να τρέχω να κατρακυλώ
            να βρω τη θάλασσα
            πάνω από εμπόδιους αθάνατους
            και τα καημένα τους αγκάθια

            τέτοιο είναι το ρούχο που φορώ, Αΐραμ
            και τ’ άλλο τ’ αριστερό μου το πλευρό
            σου το φυλάω άθικτο
            για να το φάει το φως της έκπληξης


            © Σωκράτης Ξένος

                               

              Κορίτσι μου αγάπη



              "κανείς δεν ξέρει πότε κοιμούνται οι Θεοί
              για να τους κλέψει θαύματα
              κι αύριο πάλι -στο κλαίω να το ξέρεις-
              μπορεί και να `ναι ημερομηνία ανήμπορα αηδόνια"






              Σ΄ είδα κατά καιρούς στην εθνική των αισθημάτων
              Κι άλλες
              πλευρές σου ηπείρους πέντε
              Δέντρο ξεμαλλιασμένο απ` τις ταχύτητες και τις βρισιές

              Κι όταν ενύχτωνες κάτω απ` τις λάμπες των φθορών
              Άλλον πλανήτη έτρεχα φως
              Κι όπου έτρεμες
              Χούφτες
              διπλό νερό μη μαραθούν οι κήποι


              Η Μεγαλειότης σου

              Κυβέρνα με υπάκουο ναι

              Και στα ολόσωμα όχι ακυβέρνητο
              Μη με γυρέψουν πες τα χρόνια ελλιπή

              Μήτε τα χιόνια όνειρα

              Που προσπαθώ να σχολιάσω τη μυρτιά
              Κι όλο σκοντάφτω μες στ΄ αρώματα
              Αντίπαλους σχετίζομαι στίχους και τραύματα
              Πικρό τ` αηδόνι δεν έχει πού την φωνήν κλίναι
              Μα αυτά εσύ μην τα χρεώσεις για πληγές
              Απ` τη μεριά των ανθρώπων

              Τι φταιν κι εκείνοι…


              © Σωκράτης Ξένος

                                 

                “μινόρε χρυσάνθεμα”



                "Εδώ τα καλά νερά
                κι εκεί
                οι βωμοί οφθαλμοί που ανθρωποστάλαζαν"




                χιτώνας φθινοπώρου εν πλω
                από τις επιθέσεις του καιρού δε γλίτωσα
                και τα γαλάζια μου υψώματα
                κι η άμμος αντιστάσεις μου
                ακτές μου πίσω

                κι όταν περνάει το καράβι σου
                ανοιχτά από το γέλιο των τρελών
                φωνάζοντας τσάκισμα ναυαγός αλιεύομαι


                τμήμα διάτασης στο τιρκουάζ σκουλαρίκι σου μάγισσα
                δίχως το θέλω λυγούν τα γόνατα των φράσεων
                και με ρίχνουν κάτω
                φορτίο στην πιο ακμή του
                κι ένα χερούλι να πιαστώ άρση δεν έχω
                εσένα

                που μαδώντας διάθεση εποχής
                υλοποιείσαι αγέρας από παντού καταφτάνεις

                πνέοντας μινόρε χρυσάνθεμα



                © Σωκράτης Ξένος


                                   

                  Θεσσαλονίκη


                  Διστάζω να πω αναδύεσαι

                  Μην υπερισχύσει η μέση προστακτική

                  Και κατά κράτος αληθεύσει η νύχτα εγώ

                  Δε λέω

                  Μ΄ αγάπησαν τα πράγματα ένα γύρω

                  Μ΄αγάπησαν γιατί έτσι εσύ τα τοποθέτησες

                  Τόσο λυτά ακίνητα να με αναγνωρίζουν

                  Μη με ρωτήσεις πότε πού

                  Τις μέρες των μεγάλων αξιών

                  Αφού ήσουν εκεί η θέση της πόλης

                  Και θεμελίωνες τη ρίζα του δυόσμου γυναίκα

                  Θα ξέρεις πώς μεταφράζεται αυτό

                  Σχίζοντας όλα τα λεξικά



                  © Σωκράτης Ξένος